Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Η εκστρατεία του Περικλή στον Εύξεινο Πόντο (437 π.Χ.)

Η εκστρατεία του Περικλή στον Εύξεινο Πόντο (437 π.Χ.)*

 

«Όταν εισέπλευσε [ο Περικλής] στον Εύξεινο Πόντο με μεγάλο και λαμπρά εξοπλισμένο στόλο, πραγματοποίησε όλα όσα είχαν ανάγκη οι ελληνικές πόλεις και τους συμπεριφέρθηκε σαν ευεργέτης, ενώ στα γειτονικά βάρβαρα έθνη και τους βασιλείς και τους δυνάστες τους έκανε επίδειξη της δύναμης και της αφοβίας και του θάρρους με τα οποία [οι Αθηναίοι] έπλεαν όπου ήθελαν και είχαν κυριαρχήσει στη θάλασσα. Και στους Σινωπείς άφησε δεκατρία πλοία με το Λάμαχο και στρατιώτες, για να αντιμετωπίσουν τον τύραννο Τιμησίλεω. Όταν εκδιώχθηκε και αυτός και οι οπαδοί του, πρότεινε [ο Περικλής] ψήφισμα να πλεύσουν στη Σινώπη εξακόσιοι Αθηναίοι εθελοντές και να κατοικήσουν μαζί με τους Σινωπείς, αφού μοιραστούν μεταξύ τους τα σπίτια και τη γη που κατείχαν ως τότε οι τύραννοι».
(Πλούταρχος, Περικλής, 20.1-3)   

Με τα παραπάνω λόγια ο Πλούταρχος περιέγραψε τις δραστηριότητες του Περικλή και των Αθηναίων στον Εύξεινο Πόντο˙ πρόκειται για τη μοναδική μαρτυρία της ποντικής εκστρατείας του Περικλή. Έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις σχετικά με τον σκοπό, τον χρόνο, τη φύση, ακόμα και την ιστορικότητα της εκστρατείας. Θεωρήθηκε από κάποιους ως επινόημα της αντιμακεδονικής μερίδας των Αθηναίων, οι οποίοι ήθελαν με τον τρόπο αυτό να προβάλουν το ένδοξο παρελθόν της αθηναϊκής πανελλήνιας πολιτικής και να επικρίνουν την κατακτητική πολιτική του Φιλίππου Β΄. Σύμφωνα με τα νεώτερα πορίσματα των ερευνών, η εκστρατεία πραγματοποιήθηκε και μάλιστα επιτυχώς, αποφέροντας μόνο κέρδη για την Αθήνα.

 

Οι πηγές του Πλουτάρχου

Οι πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες του για την εκστρατεία ο Πλούταρχος είναι άγνωστες. Ενδεχομένως βασίστηκε σε περισσότερους από έναν συγγραφείς, ανεξάρτητα από το αν θα πιστέψει κανείς όσους αμφισβητούν την ιστορικότητα της εκστρατείας. Υποστηρίχθηκε, ότι ο Πλούταρχος δεν ενδιαφερόταν για το γεγονός καθαυτό της εκστρατείας, αλλά μόνο για στοιχεία σχετικά με την προσωπικότητα του Περικλή, γι’αυτό και επέλεξε συγκεκριμένα μόνο στοιχεία από αυτό που θα μπορούσε να είναι μια λεπτομερής εξιστόρηση και περιγραφή της εκστρατείας, δηλαδή επέλεξε μόνο ο,τι του χρειαζόταν για να δείξει ότι ο Περικλής είχε τη δύναμη να επεκτείνει τα όρια της Αθήνας σε όλες τις θάλασσες και προς κάθε κατεύθυνση. Έτσι, η αναφορά στον Τιμησίλεω, για παράγειγμα, αποσκοπεί μόνο στο να δείξει την αντι-τυραννική πολιτική του Περικλή. Επιπλέον, δεν αποκλείεται ο Πλούταρχος να μην αναφέρει τις πηγές του, επειδή τα γεγονότα αυτά αποτελούσαν κοινή παράδοση. Κοινά σημεία, πάντως, συναντώνται στο Θουκιδίδη (2.41.4 και 2.62.2), ο οποίος επίσης κάνει λόγο για τη θαλασσοκρατορία των Αθηναίων και την άνεσή τους να πλέουν άφοβα όπου θέλουν.
Πηγή του Πλουτάρχου θα μπορούσε να είναι ο Έφορος ή ο Θεόπομπος, αλλά ο πρώτος πρέπει μάλλον να αποκλειστεί, επειδή ο Διόδωρος, που βασίστηκε στον Έφορο, δεν κάνει καμία νύξη για την εκστρατεία. Για τον Θεόπομπο, από την άλλη, έχει υποστηριχθεί ότι ενδεχομένως μνημόνευε την εκστρατεία σε ένα από τα έργα του (FgrHist 115, F 389). Άλλωστε, και οι πηγές που αναφέρονται στην αποίκιση της Αμισού (Στραβων, 12.547, Πλούταρχος, Λουκιανός, 19.7, Αππιανός, Μιθριδάτειος, 83), βασίστηκαν στον Θεόπομπο. Τέλος, είναι πολύ πιθανό, η μαρτυρία του Πλουτάρχου για το ψήφισμα σχετικά με τον αποικισμό της Σινώπης να βασίστηκε στη συλλογή ψηφισμάτων που κατέγραψε ο Κρατερός. Τίποτα όμως απ’όλα αυτά δεν αποδεικνύεται και έτσι για εμάς ο μόνος συγγραφέας που κατέγραψε την εκστρατεία του Περικλή στον Πόντο είναι ο Πλούταρχος.

 

Τα αίτια και ο σκοπός της εκστρατείας

Στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. η Αθήνα ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη που είχε αντισταθεί στους Πέρσες και χάρη στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της κατόρθωνε να ευημερεί οικονομικά. Η κατάσταση άλλαξε από τη δεκαετία του 450, όταν χάθηκε για την Αθήνα ο έλεγχος της Αιγύπτου και αργότερα, από το 440 περίπου, μεγάλου μέρους της Σικελίας. Η Αίγυπτος και η Σικελία αποτελούσαν τις περιοχές από τις οποίες οι Αθηναίοι προμηθεύονταν το σιτάρι. Θεωρήθηκε λοιπόν απαραίτητη η αναζήτηση νέων εδαφών πλούσιων σε σιτηρά, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες της πόλης. Η μόνη περιοχή που παρήγε την εποχή εκείνη μεγάλες ποσότητες σιτηρών, εκτός από την Αίγυπτο και τη Σικελία, ήταν τα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου.
Ο Πόντος αποτελούσε μια τεράστια σε έκταση περιοχή, γεμάτη γεωγραφικές και κλιματικές εναλλαγές, στην οποία κατοικούσαν εξίσου Έλληνες και βάρβαροι. Η πρώτη ελληνική αποικία στον Εύξεινο ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 5ου οι ελληνικές πόλεις ήταν διάσπαρτες σε όλο το μήκος των ακτών του. Έως την εποχή του Περικλή οι Αθηναίοι διέθεταν βάσεις μόνο μέχρι τον Θρακικό Βόσπορο (ήδη από τα τέλη του 7ου αιώνα είχαν αποικίσει το Σίγιον στον Ελλήσποντο) και είχαν μόνον εμπορικές επαφές με τον μακρινό αυτό κόσμο, αλλά οι συνθήκες πλέον τους επέβαλλαν να στρέψουν το βλέμμα προς τον πλούτο των περιοχών αυτών και να επεκτείνουν την πολιτική και, ενδεχομένως τη στρατιωτική δράση τους. Η Σινώπη, για παράδειγμα, την οποία μνημονεύει ο Πλούταρχος στο σχετικό χωρίο για την εκστρατεία, δεν είχε επαρκείς ποσότητες σίτου να προσφέρει, μπορούσε όμως να δώσει ψάρια, σκλάβους και, το σημαντικότερο, ξυλεία. Η ξυλεία ήταν άκρως απαραίτητη εκείνη την εποχή για τη ναυπήγηση του περίφημου αθηναϊκού στόλου. Είναι γνωστό, ότι η Αθήνα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη και ο Θουκιδίδης με χαρακτηριστικό τρόπο έγραψε ότι οι Αθηναίοι μπορούσαν να πλέουν όπου εκείνοι ήθελαν. Επιπλέον, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών των Αθηναίων με τις περιοχές εκείνες θα απέφερε μεγάλα κέρδη. Αλλά δεν ήταν μόνο τα υλικά αγαθά που ώθησαν τον Περικλή να προσανατολιστεί στον Εύξεινο Πόντο.
Γύρω στο 438, ο κίνδυνος της ανοιχτής πολεμικής σύγκρουσης με την άλλη ελληνική υπερδύναμη της εποχής, τη Σπάρτη, ήταν πλέον ορατός. Επιπλέον, το βασίλειο των Θρακών είχε ισχυροποιηθεί αρκετά και ενδεχομένως απειλούσε τις ούτως ή άλλως μικρές αποικίες και βάσεις των Αθηναίων στην ευρύτερη περιοχή του Θρακικού Βοσπόρου. Εκτός από το σιτάρι και την ξυλεία, η Αθήνα είχε ανάγκη από συμμάχους, αλλά και ανάγκη να αποτρέψει κάθε πιθανό μελλοντικό κίνδυνο. Έτσι, η εκστρατεία του Περικλή, εκτός από το στρατιωτικό σκέλος, την κατάληψη δηλαδή ορισμένων περιοχών, είχε κυρίως πολιτικό και διπλωματικό σκέλος, δηλαδή την επίδειξη δύναμης και τον εκφοβισμό, την ανακούφιση των ελληνικών πόλεων από κάθε καταπίεση - εσωτερική και εξωτερική - καθώς και την πρόταση για συμμαχία στο όνομα των κοινών συμφερόντων. Σκοπός των Αθηναίων δεν ήταν να κυριεύσουν τις ελληνικές αποικίες του Πόντου και να τις εξαναγκάσουν σε οικονομική εισφορά, αλλά να εξασφαλίσουν μελλοντικούς συμμάχους. Άλλωστε, προς όφελος της διατήρησης τέτοιων φιλιών και συμμαχιών (με πόλεις που ο Πλούταρχος δεν κατονομάζει, αλλά αναφέρει αόριστα ότι βρίσκονταν σε ανάγκη), η Αθήνα μείωσε τον φόρο που πλήρωναν αρκετές πόλεις της Θράκης, για να αποφύγει πιθανές τάσεις απομάκρυνσης. Με το σκεπτικό αυτό λοιπόν, ο στόλος του Περικλή έπλευσε στο μεγαλύτερο μέρος του Εύξεινου Πόντου.
Έχουν διατυπωθεί και άλλες απόψεις σχετικά με τα κίνητρα που οδήγησαν τον Περικλή να προχωρήσει στην εν λόγω εκστρατεία. Θεωρείται, ότι η κίνηση αυτή αποτελούσε διέξοδο από μια δυσμενή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί ο Περικλής το 438/437, κατηγορούμενος σχετικά με το δημόσιο ταμείο. Αποτελούσε, δηλαδή, την ευκαιρία να αποκαταστήσει το κύρος του, εφόσον βέβαια η επιχείρηση στεφόταν με επιτυχία. Επιπλέον, ενδέχεται η εκστρατεία στον Πόντο και ο αποικισμός της Σινώπης να αποτέλεσαν την απάντηση του Περικλή απέναντι στις επιτυχίες του Άγνωνος, συμπολεμιστή του στην καταστολή της εξέγερσης στη Σάμο το 440 και ιδρυτή της αθηναϊκής αποικίας στην Αμφίπολη της Θράκης το 437/6.
 Για όλους τους παραπάνω λόγους ή κάποιους από αυτούς, αποφασίστηκε η εκστρατεία στον μακρινό Πόντο. Παρόλο που αρκετοί ερευνητές κατά το παρελθόν υποστήριξαν ότι η εκστρατεία πρέπει να χρονολογηθεί πριν από το 440 ή το 438, η έρευνα σήμερα δείχνει ότι πρέπει χρονικά να τοποθετηθεί μεταξύ του 437 και 435/4, με πιθανότερη, ίσως, χρονολόγηση το 437 (θέρος). Ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν σημειώνει καμία χρονολογία για τα γεγονότα αυτά.

 

Η εκστρατεία

Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές, η εκστρατεία ξεκίνησε ως μια επιχείρηση στο βορειοανατολικό Αιγαίο, σχετιζόμενη είτε με την αποστασία του Βυζαντίου, είτε με την εξέγερση της Σάμου. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, δεν επρόκειτο για μια εκστρατεία με αφετηρία την Αθήνα και στόχο τον Πόντο. Κάτι τέτοιο δεν μοιάζει πιθανό, επειδή δύσκολα θα μπορούσε να πετύχει ένας περίπλους της Μαύρης Θάλασσας μετά από ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις στο βόρειο Αιγαίο, μακριά από την Αθήνα και ένα ταξίδι γύρω από τις ακτές του Πόντου απαιτούσε πολλούς μήνες. Ειδικά η δύσκολη πολιορκία της Σάμου είχε εξαναγκάσει την Αθήνα σε μετακίνηση ισχυρών δυνάμεων στο βόρειο Αιγαίο και είχε ενδεχομένως εξαντλήσει τους Αθηναίους.
Έχουν προταθεί δύο δρόμοι για την πιθανή πορεία που ακολούθησε ο στόλος στον Πόντο. Σύμφωνα με τον πρώτο, οι Αθηναίοι έπλευσαν πρώτα ανατολικά, στη Σινώπη και μετά στην Αμισό και από εκεί διέσχισαν το κεντρικό τμήμα του Εύξεινου και πέρασαν απευθείας στον Κιμμέριο Βόσπορο, όπου βρισκόταν το βασίλειο του Βοσπόρου. Αφού έμειναν για λίγο εκεί, κινήθηκαν προς τα δυτικά, στην Ολβία και έπειτα πλέοντας παράλληλα προς τα δυτικά παράλια έφτασαν ξανά στο στόμιο του Πόντου και επέστρεψαν στην Αθήνα. Ο δρόμος αυτός, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει πιθανότερος, αποκλείστηκε από τους ερευνητές. Θεωρείται, πλέον, ότι ο Περικλής με τον αθηναϊκό στόλο ακολούθησαν την ακριβώς αντίστροφη πορεία: εισερχόμενοι στον Πόντο έπλευσαν πρώτα τα δυτικά παράλια και έφτασαν στην Ολβία και κατόπιν στον Κιμμέριο Βόσπορο. Από εκεί πέρασαν απευθείας στις μικρασιατικές ακτές, στην Αμισό, τη Σινώπη και την Ηράκλεια και έπειτα επέστρεψαν στην Αθήνα. Η δεύτερη αυτή πορεία εξηγεί, καθώς θα φανεί παρακάτω, πολλά ερωτήματα σχετικά με την εκστρατεία, τα οποία θα έμεναν αναπάντητα αν υιοθετούσε κανείς την πρόταση για τον πρώτο δρόμο.
Φθάνοντας στα δυτικά παράλια του Πόντου, ο Περικλής είχε μάλλον σκοπό να κάνει επίδειξη της αθηναϊκής δύναμης στους Οδρύσες Θράκες, που είχαν ισχυροποιηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια, στα μέσα του 5ου αιώνα, υπό τους βασιλείς Τήρη και Σιτάλκη. Θεωρείται ότι αυτοί, καθώς και οι Σκύθες του βόρειου Εύξεινου, είναι οι βάρβαροι για τους οποίους κάνει λόγο ο Πλούταρχος. Ήταν πολύ σημαντικό για τους Έλληνες και στην προκειμένη περίπτωση τους Αθηναίους, να διατηρούν φιλικές ή έστω ουδέτερες σχέσεις με τους γύρω λαούς.
Εικάζεται, ότι ένας από τους σταθμούς του Περικλή στο μακρύ ταξίδι του ήταν η πόλη Ολβία. Σύμφωνα με τα επιγραφικά δεδομένα, η Ολβία αποτέλεσε μέρος της αθηναϊκής συμμαχίας και το γεγονός αυτό οπωσδήποτε συνδέεται με την ποντική εκστρατεία του Περικλή. Εντούτοις, δεν μπορεί κανείς να είναι απόλυτα βέβαιος, ότι η Ολβία αναφέρεται στους φορολογικούς καταλόγους, αφού σώζεται μόνο το γράμμα Ο που θα μπορούσε να δηλώνει την Οργάμη (Οργάμε), μια πόλη κοντά στις εκβολές του Δούναβη. Άλλωστε, για το όνομα της πόλης που αρχίζει από Ο ο φόρος είναι μόλις ένα τάλαντο, ενώ για την πόλη που αρχίζει από ΤΥ (Τύρας, Τυριτάκη ή Τυράμβη) ο φόρος είναι δυο τάλαντα. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, μια τόσο μεγάλη πόλη όπως η Ολβία να πληρώνει μόνο ένα τάλαντο, τη στιγμή που κάποια μικρότερη πλήρωνε δυο! Αλλά όποια και αν είναι η απάντηση σε αυτό, οι στενές επαφές της Ολβίας με την Αθήνα στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, επαφές πολιτικές και οικονομικές, είναι αναμφισβήτητες.
Επόμενος σταθμός ήταν η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Βοσπόρου, Παντικάπαιο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στην ιστορία των σχέσεων της μητροπολιτικής Ελλάδας με τις μακρινές ελληνικές αποικίες, για την οποία έχει γίνει πολύς λόγος και έχουν γραφτεί πολλά.
Στο Παντικάπαιο, από το 480 περίπου, βασίλευε η ελληνικής καταγωγής δυναστεία των Αρχαιανακτιδών, για την οποία πολύ λίγα είναι γνωστά. Θεωρείται, ότι οι Αρχαιανακτίδες κατάγονταν είτε από τη Μίλητο, είτε από τη Λέσβο, δηλαδή φιλικές προς την Αθήνα πόλεις. Το 438/7 όμως, η δυναστεία εκτοπίστηκε από μια άλλη, θρακικής (ή ιρανικής) προέλευσης, τους Σπαρτοκίδες, που πήραν το όνομά τους από τον πρώτο βασιλιά, τον Σπάρτοκο. Ο Σπάρτοκος αυτός ήταν άγνωστος στην Αθήνα. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηρίξει κάποιος, ότι οι Αθηναίοι τον βοήθησαν να ανέβει στο θρόνο, αλλά ούτε και ότι η αλλαγή της δυναστείας έγινε βίαια ως αντίδραση στην ποντική εκστρατεία του Περικλή. Πρώτα έγινε η αλλαγή της δυναστείας στο Βόσπορο και μετά η εκστρατεία. Μια διαφορετική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα εχθρικές σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και το Βόσπορο, κάτι που είναι αντίθετο με τα όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε για εκείνη την περίοδο, αλλά και αργότερα. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι η νέα δυναστεία αναγκάστηκε να δώσει οικονομικά οφέλη στην Αθήνα, για να την αναγνωρίσει, αλλά μια εμπορική συμφωνία μπορούσε να κλειστεί και χωρίς να υπάρχει λόγος για να γίνει εκστρατεία. Είναι λογικότερο να υποθέσει κανείς, ότι η ξαφνική αλλαγή της δυναστείας προκάλεσε την εκστρατεία, επειδή οι Αθηναίοι ήθελαν να μάθουν ποιός ανέβηκε στο θρόνο και τί σκοπούς και σχέδια έχει. Έτσι, του έκαναν επίδειξη δύναμης και ενδεχομένως τον προειδοποίησαν σε περίπτωση αντι-αθηναϊκών κινήσεων. Και για να τα εγγυηθούν όλα αυτά, κατέλαβαν ορισμένες πόλεις του Βοσπόρου.
Αν ο Περικλής έφτασε ως το Παντικάπαιο, τότε μάλλον σταμάτησε και στο Νύμφαιο, του οποίου το λιμάνι ήταν εξαιρετικό, σύμφωνα με τις πηγές της εποχής. Ενδέχεται να πήγε εκεί και εξαιτίας κάποιου ντόπιου τυράννου (του οποίου το όνομα, σύμφωνα με μια άποψη, ίσως διακρίνεται στα νομίσματα με την επιγραφή ΣΑΜΜΑ). Οι σχέσεις της Αθήνας με την πόλη Νύμφαιον (βρισκόταν στη θέση του σημερινού οικισμού Geroevka, περίπου δεκαεπτά χιλιόμετρα νότια του Παντικάπαιου) είναι εμφανείς στις πηγές, αν και δεν μπορούν να προσδιοριστούν με βεβαιότητα. Οπωσδήποτε είναι αναληθείς οι θεωρίες ότι οι Αθηναίοι ίδρυσαν το Νύμφαιον κατά την εκστρατεία, αφού η πόλη υπήρχε ήδη από τον έκτο προχριστιανικό αιώνα, ενώ η άποψη ότι οι Αθηναίοι μετονόμασαν, έστω, την πόλη σε Νύμφαιον μετά από την άφιξή τους εκεί, αποτελεί απλώς μια από τις πολλές υποθέσεις για την ερμηνεία των νομισμάτων με την επιγραφή ΣΑΜΜΑ που βρέθηκαν στο χώρο. Από πολιτικής και στρατιωτικής άποψης, θεωρείται ότι η Αθήνα δεν απέσπασε το Νύμφαιον από το Βόσπορο, επειδή τότε ήταν ακόμα ελεύθερη πόλη.
Σύμφωνα με τον Κρατερό, το Νύμφαιον πλήρωνε ένα τάλαντο φόρο στην αθηναϊκή συμμαχία. Δεν αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι έκοβε και δικό του νόμισμα, αφού κι άλλες πόλεις μέλη της αθηναίκής «αρχής» έκοβαν νόμισμα. Είναι πιθανό στο Νύμφαιο να εγκαταστάθηκε αθηναϊκή φρουρά, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική μαρτυρία, εκτός από τον ισχυρισμό του Αισχίνη ότι ο Γύλων, παππούς του Δημοσθένη από την πλευρά της μητέρας του, πρόδωσε την πόλη σε κάποιον εχθρό, ίσως τους αντιπάλους της Αθήνας μέσα στην πόλη (Πλούταρχος, Δημοσθένης 4.1. Λιβάνιος, Υπόθεσις Δημοσθένους 2. Δημοσθένης, λόγος 28.1-3. Αισχίνης, λόγος 3.171-2). Ο Γύλων ήταν ίσως αρχηγός της αθηναϊκής φρουράς στο Νυμφαιον, διοικητής ή απλά ο αθηναίος υπεύθυνος για το εμπόριο σίτου με το Βόσπορο, που διέμενε στο Νύμφαιο. Έχει υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να είναι ακόμη και Αθηναίος στρατηγός που εστάλη προς τα τέλη του Πελοποννησιακού πολέμου με στόλο να κρατήσει το Νύμφαιον σε αθηναϊκά χέρια, αλλά απέτυχε και γι’αυτό κατηγορήθηκε για προδοσία. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι προς τα τέλη του 5ου αιώνα η Αθήνα είχε καταφέρει να διατηρεί καλές σχέσεις με το Βόσπορο και ταυτόχρονα να κρατά και το Νύμφαιο. Αυτό σημαίνει ότι εκείνη την περίοδο η πόλη δεν αποτελούσε τμήμα του Βασιλείου. Ο Γύλων κατηγορήθηκε για προδοσία και για να γλιτώσει την εκτέλεση κατέφυγε στους Σπαρτοκίδες του Βοσπόρου. Η περίοδος που το Νύμφαιον ανήκε στην «αρχή» των Αθηναίων εκτείνεται περίπου από το 430 ως το 410, δηλαδή ήταν υπό τον έλεγχο των Αθηναίων ακόμα και μετά την καταστροφή τους στις Συρακούσες και έγινε ξανά τμήμα του Βασιλείου μόνο αφού χάθηκε για την Αθήνα, ύστερα από την προδοσία του Γύλωνος, που σημειώθηκε οπωσδήποτε μετά το 425, ενδεχομένως γύρω στο 410. Σαν αντάλλαγμα για την προδοσία του, ο Γύλων έλαβε από τον βασιλιά του Βοσπόρου την πόλη των Κήπων, στη χερσόνησο του Ταμάν και μια σύζυγο σκυθικής καταγωγής, από αριστοκρατικό γένος. Παρόλα αυτά, οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και το Βασίλειο του Βοσπόρου παρέμειναν φιλικές.
Άλλες βάσεις των Αθηναίων στο βόρειο Εύξεινο θα μπορούσαν να είναι το Αθήναιον (Ανωνύμου, Περίπλους, 76), η Στρατόκλεια (Πλίνιος, Φυσ. Ιστ., 6.18) ή ο Τορικός (σημ. Gelendzhuk Bay – ψευδο-Σκύλαξ, 74). Η ομοιότητα του ονόματος Τορικός με τον αττικό δήμο Θορικός είναι μεγάλη. Ο Τορικός υπήρχε ήδη από τον 6ο αιώνα και αρχικά ονομαζόταν Πάγρας Λιμήν (Αρρ. Περίπλ. 28). Στα μέσα του 5ου αιώνα ο οικισμός μεταφέρθηκε και η νέα τοποθεσία μας είναι άγνωστη. Ενδέχεται να αποτελούσε μικρή πόλη σε κατάσταση παρακμής την εποχή του Περικλή και αφού την επισκέφθηκαν οι Αθηναίοι να την εποίκισαν ξανά. Ίσως τότε έγινε και η μεταφορά και ίσως οι Αθηναίοι έποικοι να προέρχονταν από τον αττικό Θορικό, γι’αυτό και μετονόμασαν την πόλη σε Τορικό. Οι περισσότεροι κάτοικοι, όμως μάλλον εξακολουθούσαν να είναι Ίωνες, όπως και σε όλη σχεδόν την περιοχή του βορειοανατολικού Εύξεινου. Αργότερα, όταν οι Αθηναίοι έχασαν τον έλεγχο και αφομοιώθηκαν από τους Ίωνες, ο οικισμός μετονομάστηκε ξανά σε Πάγρας Λιμήν. Δεν είναι απίθανο κάτι τέτοιο, αφού έχει συμβεί ξανά: η Αμισός του Πόντου μετονομάστηκε Πειραιεύς με την άφιξη των Αθηναίων εκεί και αργότερα, επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, ξανά Αμισός.
Από την περιοχή του Παντικάπαιου ο αθηναϊκός στόλος έπλευσε κατευθείαν απέναντι, στα μικρασιατικά παράλια, φθάνοντας στην Αμισό. Η Αμισός δεν ήταν μόνο το σημείο του «σύντομου» δρόμου που διέσχιζε τον Εύξεινο και ένωνε απευθείας τα βόρεια με τα νότια παράλια, αλλά και το σημείο αφετηρίας ενός σημαντικού χερσαίου δρόμου, που οδηγούσε στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Οι Αθηναίοι μετονόμασαν την Αμισό σε Πειραιά και εγκατέστησαν εκεί αποίκους (Στραβων, 12.547. Πλούταρχος, Λουκιανός, 19.7. Αππιανός, Μιθριδάτειος, 83), με τον ίδιο τρόπο που λίγο αργότερα, το 435/4 αποίκισαν και την Αστακό, την παλαιά μεγαρική αποικία στην Προποντίδα. Έπειτα από την Αμισό, ο στόλος κινήθηκε δυτικά, προς τη Σινώπη. Εκεί διαδραματίστηκε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εκστρατείας του Περικλή.

 

Η εκδίωξη του Τιμησίλεω και ο αποκλεισμός της Σινώπης

Όταν έφτασαν οι Αθηναίοι στη Σινώπη, είχε μόλις σημειωθεί εξέγερση κατά του τυράννου της πόλης Τιμησίλεω. Η Αθήνα, σαν πάγια τακτική της, επενέβαινε πάντα για την κατάλυση των αντίθετων καθεστώτων και το ίδιο έπραξε και στην περίπτωση της Σινώπης, βοηθώντας τους δημοκρατικούς να διώξουν τον τύραννο. Δεν είναι γνωστό στη σημερινή έρευνα ποιά ήταν η κατάσταση στην πόλη πριν φτάσουν οι Αθηναίοι, ούτε ποιός ακριβώς ήταν ο Τιμησίλεως. Ο εκδιωχθείς τύραννος, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, κατέφυγε στην Ολβία, όπου του απεδόθη και τιμητικό ψήφισμα ή εξορίστηκε στην Ολβία από τους Αθηναίους. Οι απόψεις αυτές μάλλον δεν ευσταθούν, επειδή η Ολβία ήταν πλέον σύμμαχος της Αθήνας. Από τη μια πλευρά μοιάζει λογικό να κατέφυγε εκεί ο Τιμησίλεως, καθώς ο αθηναϊκός στόλος είχε ήδη περάσει από τα βόρεια παράλια και δεν θα ξαναγύριζε εκεί, από την άλλη όμως η Ολβία δεν είχε κανένα λόγο να δεχτεί τον κυνηγημένο τύραννο, ούτε βέβαια να τον τιμήσει. Το πιθανότερο είναι το τιμητικό ψήφισμα να του απεδόθη πριν τα γεγονότα της εκστρατείας του Περικλή, όταν ο τύραννος βρισκόταν ακόμα στη Σινώπη και ότι ο Τιμησίλεως θα προσπαθούσε να καταφύγει μάλλον στους Πέρσες, παρά στην Ολβία. Άλλωστε, στην επιγραφή δεν διακρίνεται κάποιο στοιχείο χρονολόγησης. Ένα άλλο τιμητικό ψήφισμα της Ολβίας προς τον Τιμησίλεω και τον αδελφό του Θεόπροπο, πάντως, χρονολογείται στο 437, μάλλον πριν από την εκστρατεία.
Φαίνεται, πάντως, πως όταν εκδιώχθηκε ο Τιμησίλεως από τη Σινώπη, ο Περικλής είχε ήδη επιστρέψει στην Αθήνα. Αυτό δείχνει η μαρτυρία του Πλουτάρχου και τα γεγονότα φαίνεται να το επιβεβαιώνουν. Φεύγοντας από τη Σινώπη, ο Περικλής άφησε εκεί δεκατρία πλοία με στρατό και επικεφαλής το Λάμαχο, για να βοηθήσουν τους Σινωπείς να αντιμετωπίσουν τον Τιμησίλεω και επέστρεψε με τον κυρίως στόλο στην Αθήνα, αφού πρώτα, πιθανότατα, πέρασε και από την Ηράκλεια, η οποία περιλαμβάνεται στους συμμαχικούς καταλόγους του 425/4. Ο Λάμαχος αυτός, στρατηγός ή πρώην στρατηγός, έπλευσε ξανά αργότερα στον Πόντο, το 424, με αποστολή την κατάληψη της Ηράκλειας. Απέτυχε, αλλά τελικά επετεύχθη η ειρήνη με την Αθήνα. Το 414, κατά τη Σικελική εκστρατεία, σκοτώθηκε στις Συρακούσες. Το γεγονός ότι ο Περικλής άφησε δεκατρία επανδρωμένα με στρατό πλοία στη Σινώπη, είναι ένα στοιχείο υπέρ της άποψης, ότι η Σινώπη ήταν ο τελευταίος μεγάλος σταθμός της εκστρατείας: ο Περικλής δεν θα άφηνε τέτοια δύναμη στο ξεκίνημα ενός μεγάλου και δύσκολου ταξιδιού.
Φτάνοντας στην Αθήνα, ο Περικλής πρότεινε με ψήφισμα της εκκλησίας του δήμου, εξακόσιοι Αθηναίοι, όποιοι ήθελαν, να πάνε και να εγκατασταθούν στη Σινώπη και να μοιραστούν τα σπίτια και τα χωράφια που κατείχαν πριν οι οπαδοί του τυράννου. Η αποστολή των εξακοσίων στόχευε στην ενίσχυση των δημοκρατικών σε περίπτωση επιστροφής των οπαδών του τυράννου. Όταν, λοιπόν, εκδιώχθηκε ο Τιμησίλεως από τη Σινώπη, ο Λάμαχος έδωσε στη λαϊκή συνέλευση το ψήφισμα για τη δημιουργία κληρουχίας στην πόλη. Δεν είναι γνωστό πόσο διήρκεσαν τα επεισόδια στη Σινώπη. Η πληροφορία αυτή του Πλουτάρχου για τους Αθηναίους που θα εγκαθίσταντο στη Σινώπη, ίσως προέρχεται από τη Συναγωγή Ψηφισμάτων του Κρατερού. Οι εξακόσιοι Αθηναίοι που εστάλησαν στη Σινώπη, ενδεχομένως εκδιώχθηκαν από εκεί πριν το 400, μάλλον κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου ή ίσως και μετά το 404. Δεν αποκλείεται μάλιστα, αν κατά την παραμονή τους στη Σινώπη είχαν διατηρήσει τα δικαιώματά τους ως Αθηναίοι πολίτες, να επιθυμούσαν και οι ίδιοι την επιστροφή τους στην πατρίδα. Σώζεται, πάντως, απόσπασμα από τον κατάλογο με τα ονόματα των αθηναίων στρατιωτών που έπεσαν, σύμφωνα με την αποκατάσταση της επιγραφής από ορισμενους ερευνητές, στη Σινώπη (IG I2, 994). Άλλοι ωστόσο, δεν δέχονται ότι πρόκειται για τη Σινώπη και θεωρούν ότι οι Αθηναίοι αυτοί έπεσαν σε μάχη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.  
Την ιστορική έρευνα όμως δεν απασχολούν μόνο τα γεγονότα αυτά καθαυτά της εκστρατείας του Περικλή στον Πόντο, αλλά και διάφορα άλλα στοιχεία, όπως η ενδεχόμενη περσική αντίδραση. Φαίνεται ότι δεν σημειώθηκε κάποιο επεισόδιο και ως προς το ζήτημα της παραβίασης ή όχι της ειρήνης του Καλλία από τους Αθηναίους, έχουν εκφραστεί δυο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις: σύμφωνα με τη μια, η εκστρατεία του Περικλή δεν έθιγε την περσική κυριαρχία στις πόλεις της βόρειας ακτής της Μικράς Ασίας, καθώς ο έλεγχος των Περσών σ’αυτήν την απομακρυσμένη περιοχή ήταν μόνον ονομαστικός και έτσι δεν παραβιαζόταν η ειρήνη του Καλλία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι στην Ειρήνη του Καλλία δεν υπήρχε όρος για παραβίαση γεωγραφικού ορίου από την Αθήνα, παρά μόνο από την Περσία, στην οποία δεν επιτρεπόταν να περάσει την είσοδο της Μαύρης Θάλασσας προς το Αιγαίο και επιπλέον οι Πέρσες δεν διέθεταν στόλο στον Πόντο και ενδεχομένως δεν ήλεγχαν τα παράλια. Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η εν λόγω εκστρατεία, με την  παρουσία και μόνο αθηναϊκού πολεμικού στόλου πέρα από το Βυζάντιο, παραβίαζε την ειρήνη του Καλλία και ότι η Περσία θα ήταν πρόθυμη να βοηθήσει τον Τιμησίλεω. Έτσι, πραγματοποιώντας την εκστρατεία, ο Περικλής έδειχνε ότι οι Αθηναίοι πλέουν όπου εκείνοι θέλουν χωρίς να ζητούν την άδεια κανενός και χωρίς φόβο από κανέναν. Όπως και να έχουν τα πράγματα σχετικά με την παραβίαση ή όχι της ειρήνης του Καλλία, είναι γεγονός, ότι ο πέρσης βασιλιάς δεν αντέδρασε.

 

Τα αποτελέσματα της εκστρατείας

Η Αθήνα πέτυχε, με την εκστρατεία αυτή, να ενισχύσει τους δεσμούς της με το Βασίλειο του Βοσπόρου και γενικότερα τα βόρεια παράλια του Εύξεινου, από άποψη πολιτική, πολιτισμική και, κυρίως, οικονομική. Όσον αφορά στο Βασίλειο του Βοσπόρου, η Αθήνα απέκτησε πλέον την αποκλειστικότητα στο εμπόριο: σύμφωνα με τον Ισοκράτη (17.57), για παράδειγμα, ο Σάτυρος Α΄ επέτρεπε μόνο σε αθηναϊκά πλοία να φορτώνουν σιτάρι από τα λιμάνια του. Ο ίδιος Σάτυρος, παρά το γεγονός ότι βοήθησε τον προδότη Γύλωνα και άλλους εξόριστους αριστοκράτες, τιμήθηκε από τους Αθηναίους, όπως άλλωστε και οι διάδοχοί του (IG II2, 212), ενώ υπάρχουν μαρτυρίες ότι αγάλματα βασιλέων του Βοσπόρου κοσμούσαν την πόλη της Αθήνας και νεαροί Αθηναίοι στέλνονταν στη βασιλική αυλή στο Παντικάπαιο (Λυσίας, 16.4), όπως και εντολοδόχοι των βασιλέων του Βοσπόρου αποστέλλονταν στην Αθήνα (Ισοκράτης, 17.38). Επιπλέον, είναι γεγονός, ότι χρονικά σχεδόν αμέσως μετά από την εν λόγω εκστρατεία εμφανίζονται στην Αθήνα οι σκύθες τοξότες – αστυνόμοι, με καθήκον την τήρηση της τάξης στην πόλη. Εκφράστηκε η άποψη ότι ίσως οι Σκύθες αυτοί στρατολογήθηκαν κατά τη διαμονή του Περικλή στο Βόσπορο, αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποδειχθεί. Μια παρόμοια όψη της αθηναϊκής πολιτικής στην περιοχή του Πόντου δίνουν οι λεγόμενοι Ελλησποντοφύλακες, που έδρευαν στο Βυζάντιο, ως φύλακες του Ελλησπόντου και κατ’επέκταση της εισόδου από το Αιγαίο στον Πόντο. Είναι χαρακτηριστικό ότι αναφέρονται μόνο μετά τη δραστηριότητα του Περικλή στον Πόντο, συγκεκριμένα από το 426. Το δε εμπόριο των Αθηναίων με τις πόλεις του Πόντου παρουσιάζει θεαματική αύξηση κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, κάτι που αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα στις αρχαίες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας.
Επιπλέον, είναι φανερό, ότι μετά την εκστρατεία οι Αθηναίοι απέκτησαν περισσότερες γνώσεις για τον βόρειο Εύξεινο, όπως αργότερα οι Ρωμαίοι (αλλά και οι Έλληνες), σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, απέκτησαν περισσότερες γνώσεις για την περιοχή αυτή χάρη στις εκστρατείες της Ρώμης εναντίον του Μιθριδάτη Ευπάτορα. Έτσι, έχει διαπιστωθεί, ότι στα αττικά θεατρικά έργα του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα, ιδίως μεταξύ 430-420, ο Πόντος φαίνεται πιο οικείος στους Αθηναίους και το ενδιαφέρον τους για την περιοχή αυξημένο. Ενδέχεται ακόμα και κάποιες από τις πληροφορίες του Ηροδότου για τον βόρειο Εύξεινο να προέρχονται από τις εμπειρίες των Αθηναίων κατά την εκστρατεία του Περικλή.
Η εκστρατεία του Περικλή στον Πόντο δεν είχε ουσιαστικές πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά είχε ουσιαστικά πολιτικά αποτελέσματα. Εκτός από τη σύσφιξη των σχέσεων με το Βασίλειο του Βοσπόρου παρατηρεί κανείς ότι αναφέρονται πλέον, έστω και σχετικά αργά, το 425/4, για πρώτη φορά τα ονόματα πόλεων του Πόντου στους φορολογικούς καταλόγους και αυτό μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση της κυριαρχικής παρουσίας των Αθηναίων στα μέρη εκείνα και – έμμεσα – της ιστορικότητας της ίδιας της εκστρατείας. Η μαρτυρία του Πλουτάρχου εκφράζει μια αλήθεια: έχει αποδειχθεί, ότι στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα αρκετές πόλεις του Πόντου, μεταξύ αυτών και η Ολβία, απέκτησαν περισσότερο δημοκρατικά στοιχεία στο πολίτευμά τους και η αλλαγή αυτή δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τη δραση του Περικλή στην περιοχή. Επιπλέον, η αθηναϊκή επιρροή στις απομακρυσμένες αυτές πόλεις, δείχνει ότι πράγματι οι Αθηναίοι μπορούσαν να πλέουν όπου εκείνοι ήθελαν. Δεν είναι γνωστό σε ποιό βαθμό η Αθήνα σκόπευε να ελέγχει τις πόλεις του Εύξεινου, καθώς ο φόρος που πλήρωναν ήταν μικρός, αλλά το γεγονός και μόνο ότι συμπεριλαμβάνονταν στους φορολογικούς καταλόγους δήλωνε ότι οι συγκεκριμένες πόλεις είχαν χάσει την ελευθερία τους και ότι οι Αθηναίοι είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στην απομακρυσμένη αλλά πλούσια και εξαιρετικά σημαντική περιοχή του Εύξεινου Πόντου.


Βιβλιογραφία

Oliver J. H., The Peace of Callias and the Pontic expedition of Pericles, Historia 6 (1957), 254-255

Brashinskij I. B., Afiny i severnoe Prichernomor'e v VI-II vv. do n.e., Moskva 1963

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τ. Γ.1, Αθήνα 1972

Καραμούτσου Σ., Η Eκστρατεία του Περικλή στον Πόντο, Δωδώνη 8 (1979), 9-36

Vinogradov J., Sinopa i Ol’vija v V v. do n.e. Problema politicheskogo ustrojstva, Vestnik Drevnej Istorii 2 (1981), 65-90

Shelov – Kovedjaev V. F., Istorija Bospora v VI-IV vv. do n.e., στο: Drevnejshie Gosudarstva na Territorii SSSR, Moskva 1984, 5-187

Stadter P., A commentary on Plutarch’s Pericles, London 1989

Bouzek J., Athènes et la Mer Noire, Bulletin de Correspondance Hellénique 113/1 (1989), 249-259

Angelescu M., Un problème controversé: l’expédition de Périclès dans le Pont Euxin, Pontica 25 (1992), 45-54

Tsetskhladze G., Plutarch, Pericles and Pontus: some thoughts, στο: Plutarco y la historia. Actas del V simposio españon sobre Plutarco, Zaragoza 1997, 461-466

Anochin V., Die Pontische Expedition des Perikles und der Kimmerische Bosporos (437 v. Chr.), στο: Stephanos Nomismatikos. Edith Schönert – Geiss zum 65. Geburtstag, Berlin 1998, 33-44

Surikov I., Historico-Geographical Questions Connected With Pericles’ Pontic Expedition, Ancient Civilizations from Scythia to Siberia 7 (2001), 341-366

Braund D., Pericles, Cleon and the Pontus. The Black Sea in Athens c.440-421, στο: Scythians and Greeks. Cultural Interactions in Scythia, Athens and the Early Roman Empire (sixth century B.C. – first century A.D.), Exeter 2005, 80-99

Braund D., Black Sea Grain for Athens? From Herodotus to Demosthenes, στο: The Black Sea in Antiquity, Regional and Interregional Economic Exchanges, Black Sea Studies 6, Aarhus 2007, 39-68

 

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε, με ελάχιστες διαφορές, από τον συγγραφέα στο περιοδικό Ιστορικές Σελίδες, τ. 42, Σεπτέμβριος 2009, σσ. 16-27.

Π. Χ.