Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

O εμφύλιος στα ελληνικά χωριά της Ν. Ουκρανίας (1918-1921) : Οι Έλληνες στο μαχνοβίτικο κίνημα (περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τ. 53)

 

O εμφύλιος στα ελληνικά χωριά της Ν. Ουκρανίας (1918-1921) : Οι Έλληνες στο μαχνοβίτικο κίνημα (περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τ. 53)

 

«Σύντροφοι! Η κουλακική εξέγερση στις περιοχές σας πρέπει να διαλυθεί χωρίς έλεος. Αυτό απαιτεί το συμφέρον της επανάστασης, από τη στιγμή που η τελική μάχη με τους κουλάκους έχει πλέον αρχίσει. Πρέπει να: 1) Κρεμάσετε (και λέω «κρεμάσετε», με τρόπο τέτοιο ώστε ο κόσμος να βλέπει το αποτέλεσμα) όχι λιγότερους από 100 κουλάκους, πλούσιους, γνωστά βαμπίρ. 2) Δημοσιεύσετε τα ονόματά τα τους, 3) Αρπάξετε τα σιτηρά τους, 4) Ταυτοποιήσετε τους ομήρους όπως υπέδειξα στο χτεσινό μου τηλεγράφημα. Κάντε το έτσι, ώστε σε απόσταση εκατοντάδων βερστιών κυκλικά, να μπορεί ο κόσμος να τους βλέπει και να τρέμει, να τους αναγνωρίζει και να ουρλιάζει…»[1].

 

       (Β. Ι. Λένιν, γράμμα στους Κουράγιεβ, Μίνκιν και Μπος, 11 Αυγούστου 1918)

 

13.jpg

 

O εμφύλιος πόλεμος θα διαρκέσει ουσιαστικά τρία ολόκληρα χρόνια (1918-1921) στα εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ και θα συντελέσει στα εξής: α) στη διέγερση της μνήμης από κοινωνικά και εθνοτικά μίση του παρελθόντος, β) σε μια γενικευμένη αιματοχυσία χωρίς διακριτά όρια, γ) στον εγκαινιασμό του κόκκινου τρόμου, πρακτική που θα αποτελέσει δομικό συστατικό όλων των επιπέδων της ιεραρχικής πυραμίδας του σοβιετικού συστήματος.  

Μπολσεβίκοι, μοναρχικοί, μενσεβίκοι και αναρχικοί θα αποτελέσουν τους κυριότερους ιδεολογικές φορείς οι οποίοι θα συμπαρασύρουν, χωρίζοντας αλλά και ενώνοντας ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και εθνικοτήτων. Από το 1918 έως και το 1921, η πάλη για τον έλεγχο περιοχών και την κατάληψη της εξουσίας, θα οδηγήσει σε ακρότητες στις οποίες θα επιδοθούν και οι τέσσερις αυτές «πολιτικές στρατιές», κυρίως όμως οι δύο πρώτες: Από τη μία οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι χρεώνονται τη βαριά (κόκκινη) τρομοκρατία εναντίον όλων των αντιφρονούντων, από την άλλη οι Λευκοί μοναρχικοί των στρατηγών Ντενίκιν, Αλεκσέεβ, Κορνίλοβ, Κολτσάκ, Γιούντενιτς και Βράνγκελ οι οποίοι σε συνεργασία με τις δυνάμεις  της Αντάντ, θα προβούν σε φρικαλεότητες εναντίον αθώων πολιτών και αντιφρονούντων, συμπεριλαμβανομένου μαζικών εκτελέσεων, βασανιστηρίων, βιασμών και εθνικιστικών πογκρόμ.

Η μαχνοβσινά

Αναφορικά με τους αναρχικούς αντάρτες του Μάχνο, θέμα το οποίο μας απασχολεί εδώ, τα πράγματα περιπλέκονται[2].

Η μαχνοβσινά, ή αλλιώς μαχνοβίτικο κίνημα, στρέφεται γύρω από την ηγετική προσωπικότητα ενός συγκεκριμένου προσώπου, του Νέστορ Ιβάνοβιτς Μάχνο. Γεννημένος το 1888 στο Γκουλάι Πόλε της σημερινής Ουκρανίας, ο Μάχνο ήταν γόνος φτωχής οικογένειας. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν από τη στιγμή που ο πατέρας του, Ιβάν Ροντιόνοβιτς Μίχνο θα γνωρίσει το θάνατο, όταν ο γιος του θα κλείσει τα 10, ενώ η μητέρα του θα αναλάβει για τη βασική του εκπαίδευση. Το ελληνικό της όνομα, Ευδοκία Ματβέενα, γεννά σαφή ερωτήματα, αν όχι αμφιβολίες για την ουκρανική του καταγωγή σε μια περιοχή με έντονο το ελληνικό στοιχείο.

Ο Μάχνο, όπως και όλος ο απλός λαός, της Ρωσικής Αυτοκρατορίας θα βιώσει την τσαρική τρομοκρατία του 1905 και θα μπει τον επόμενο χρόνο σε μια ομάδα αναρχικών της περιοχής[3].

            Από το 1906 έως και το 1910 θα ακολουθήσει μια σειρά από προσαγωγές και συλλήψεις του Μάχνο και της ομάδας του, μετά από αρκετές επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, μεγαλοϊδιοκτήτες γης, αλλά και συγκρούσεις, ένοπλες και μη, με τις δυνάμεις καταστολής. Παρόλα αυτά μόνο το 1908 θα υπάρξουν αρκετά στοιχεία ώστε να καταφέρουν οι τσαρικές αρχές να καταδικάσουν το Μάχνο, και μάλιστα σε θάνατο. Εντούτοις, η ποινή του θα μετατραπεί σε πολύχρονη φυλάκιση και καταναγκαστικά έργα. Στις 2 Αυγούστου του 1911 θα τον στείλουν στη Μπουτιρκά της Μόσχας, όπου ακόμα και μέσα από τις φυλακές θα συνεχίσει τη δράση του. Η γνωριμία του με τον Αρσίνοβ, παλιό μπολσεβίκο, και μεταμελημένο αναρχικό, με τον οποίο μοιράζονταν το ίδιο κελί, θα αποβεί πολύ σημαντική στη διαμόρφωση του ιδεολογικού του προφίλ[4].

 

 

            Η πρώτη Επανάσταση (Φλεβάρης του 1917) που οδήγησε στην αποκαθήλωση του τσάρου, θα δώσει αμνηστία σε αρκετούς πολιτικούς κρατούμενος, μεταξύ των οποίων και στον Μάχνο. Ο τελευταίος θα επιστρέψει στο Γκουλάι Πόλε και θα επανενωθεί με τους παλιούς του συντρόφους, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει μια νέα αναρχοκομμουνιστική ομάδα, που θέτει πλέον ως βασικό στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε κρατικής-θεσμικής δομής στην περιοχή και την κατάργηση της ιδιοκτησίας στη γη και στα μέσα παραγωγής.

            Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα η ομάδα αυτή κατάφερε να δημιουργήσει στην περιοχή μια αγροτική ένωση, η οποία μετεξελίχθηκε σε Σοβιέτ, εργατικές επιτροπές και επιτροπές φτωχών, κοοπερατίβες και παρόμοιους θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, πολλών εκ των οποίων ηγείτο ο ίδιος ο Μάχνο. Σε λίγο καιρό, οι αναρχικοί θα αναδεικνύονταν σε πολύ σημαντική πολιτική δύναμη στην περιοχή και θα έπαιρναν κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της. Ο Μάχνο θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα, το οποίο θα περιορίσει την εξουσία των πλούσιων αγροτών και κουλάκων της περιοχής, υποχρεώνοντας τους να μην απασχολούν εργαζόμενους και να συντηρούν την περιουσία τους μόνο με προσωπική τους εργασία. Επίσης θα επιβάλλει τους όρους του στους εργοστασιάρχες. Μάλιστα, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1917, στο συνέδριο των αγροτικών οργανώσεων και των σοβιέτ της περιοχής του Γκουλάι Πόλε θα αποφασιστεί η απαλλοτρίωση της γης των μεγαλοϊδιοκτητών και η μετέπειτα κοινωνικοποίησή τους.

            Την άνοιξη του 1918 χρονολογείται η γερμανική εισβολή στην Ουκρανία και εν τη απουσία του Μάχνο, θα πραγματοποιηθεί εθνική επανάσταση στο Γκουλάι Πόλε. Ο ίδιος θα εγκαταλείψει την περιοχή και μετά από κάποιο καιρό θα καταλήξει στο Κρεμλίνο, όπου θα συναντήσει τον Λένιν, τον οποίο θα θαυμάσει αρκετά, αλλά θα καταλάβει ταυτόχρονα ότι υπάρχει ένα γενναίο χάσμα μεταξύ των απόψεών τους.   Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, υποβοηθούμενος από τους μπολσεβίκους, θα επιστρέψει στη γενέτειρά του για να οργανώσει ένα αντάρτικο αντίστασης στη γερμανική κατοχή. Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία αρχίζει ουσιαστικά και η εμπλοκή του αντάρτικου στρατού του Μάχνο στον εμφύλιο πόλεμο…[5]  

Το πρώτο σημείο το οποίο χρήζει της προσοχής μας είναι ότι οι μαχνοβίτες αντάρτες υπήρξαν σύμμαχοι με τους μπολσεβίκους έως και το 1920, εντούτοις δεν ακολουθούσαν τις τρομοκρατικές μεθόδους επιβολής της ΤσεΚά[6], με την οποία είχανε ανοιχτό μέτωπο καθ’ όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Δεύτερον, τα τάγματα του Μάχνο δεν ήταν όλα καθαρόαιμων αναρχικών ιδεολογικών καταβολών. Τρίτον, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι μία από τις βασικές κατηγορίες που βαραίνει τους μαχνοβίτες είναι ο αντισημιτισμός. Σε κρατικό έγγραφο της 24ης Απριλίου του 1919, αναφέρεται ότι σε αντίθεση με τα άλλα τάγματα του Κόκκινου Στρατού, στα μαχνοβίτικα τάγματα δεν υπάρχει πολιτική παιδεία. Επίσης, τα υπεύθυνα όργανα για την πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαχνοβιτών παρουσιάζουν εμφανή απροθυμία να ασχοληθούν με το ζήτημα. Συνάγεται έτσι ότι, εξαιτίας της έλλειψης πολιτικής παιδείας, αυξάνονται και τα κρούσματα αντισημιτισμού ανάμεσα στις τάξεις των μαχνοβιτών, ενώ σημειώνονται εν τω μεταξύ και απροκάλυπτοι ξυλοδαρμοί Εβραίων[7].

Ο αντισημιτισμός αποτελεί μια από τις βασικές κατηγορίες που προσάπτουν οι ιστορικοί εναντίον του μαχνοβίτικου στρατού ακόμη και σήμερα, εντούτοις δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν μια τέτοια γενικευμένη τάση μέσα στο στράτευμα. Ο Κουμπάνιν, ο οποίος είναι αρκετά κριτικός απέναντι στο Μάχνο, στο έργο του Μαχνοβσινά, αναφέρει εξάλλου ότι:

«Σε σχέση με τους Εβραίους, ούτε ο μαχνοβίτικος στρατός, ούτε και οι διοικούντες του στρατεύματος υπήρξαν αντισημίτες»[8].

 

 

Και συνεχίζει ορθά:

«Ο Εβραίος έμπορος ήταν ο φορέας της εμπορικής διαμεσολάβησης μεταξύ των προϊόντων των χωριών και των προϊόντων της πόλης. Από εδώ πηγάζουν οι ρίζες του αντισημιτισμού στο αγροτικό κίνημα»[9]

Παρόλα αυτά, δεν έλειψαν τα πογκρόμ, ούτε κατά των Εβραίων, ούτε βέβαια κατά των Γερμανών. Και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Νέστορ Μάχνο υπήρξε μετριοπαθής, ο αντάρτικος στρατός δεν κατάφερε να αποφύγει βίαιες πρακτικές (μολονότι δεν αποτέλεσαν τον κατεξοχήν κανόνα της αντάρτικης δραστηριότητας), οι οποίες, μη λησμονούμε, δεν θα ξεφύγουν από το γενικότερο κλίμα που δημιούργησε η ίδια εμφύλια σύγκρουση αυτή καθαυτή.

 

Οι Έλληνες στις εμφύλιες συγκρούσεις

 

Σε αυτόν τον βάρβαρο και γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο οι Έλληνες δεν υπήρξαν ουδέτεροι. Από τους Έλληνες αστούς της Οδησσού που έραιναν με λουλούδια τους στρατιώτες του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος όταν πάτησαν το λιμάνι της πόλης, έως και τους Έλληνες αγρότες που στήριξαν το αντάρτικο του Μάχνο, το ελληνικό στοιχείο απέδειξε ότι δεν είναι ούτε αδιάφορο, ούτε ουδέτερο απέναντι σε κοσμοϊστορικά γεγονότα τα οποία λάμβαναν χώρα εκείνη την περίοδο στα παράλια της Αζοφικής, της Μ. Θάλασσας, αλλά και στην περιοχή του Καυκάσου. Κι αυτό γιατί υπήρχε ζωτικό ενδιαφέρον, αναφορικά είτε με την επιβίωσή του, είτε με τα συμφέροντα διαφόρων ελίτ που λειτουργούσαν στα πλαίσια των ελληνικών κοινοτήτων.

Από την άλλη όμως, πολλοί πρόσφυγες που έφταναν κατά δεκάδες χιλιάδες από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να γλιτώσουν τις σφαγές των Τούρκων, και ύστερα από όλες τις κακουχίες που πέρασαν, εξέφραζαν μία και μοναδική επιθυμία: την επιστροφή στην Ελλάδα. Κι αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος για τον οποίο προσπάθησαν να αποφύγουν και την οποιαδήποτε εμπλοκή τους στην εμφύλια σύρραξη. Οι Έλληνες δε θα έχουν ενιαία στάση απέναντι στους μπολσεβίκους, και οι εκάστοτε συγκυρίες θα είναι αυτές οι οποίες θα καθορίζουν την επικράτηση ενός θετικού ή αρνητικού κλίματος.

Από την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας, οι φήμες για τον αθεϊστικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος επέδρασαν αποφασιστικά στους ελληνικούς πληθυσμούς[10].

Η κατάσχεση των περιουσιών πολλών εύπορων οικογενειών, με επιρροή στα κοινά, έστρεψαν ολόκληρες κοινότητες εναντίον τους. Έπειτα ακολούθησαν διωγμοί και εκτελέσεις, γεγονός που αποκάλυψε ένα νεοεπιβαλλόμενο καθεστώς τρομοκρατίας.

Οι Έλληνες του Σουχούμι τάχθηκαν μαζικά σχεδόν ενάντια στους μπολσεβίκους, κι αυτό γιατί η Ελληνική Εθνική Οργάνωση που είχε δημιουργηθεί στην πρωτεύουσα της Αμπχαζίας, μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 είχε στάση φίλα προσκείμενη προς τους μενσεβίκους[11].

Εξάλλου, μια μεγάλη φυσιογνωμία της ελληνικής κοινότητας του Σουχούμι, ο Γιάννης Πασαλίδης υπήρξε στέλεχος των μενσεβίκων, αλλά και ένας εκ των ιδρυτικών μελών της Δημοκρατίας της Γεωργίας[12].

Και μην ξεχνάμε ότι και η ελληνική αστική τάξη είχε ευνόητους λόγους να συνεργάζεται με τους μενσεβίκους[13].

Παρόλα αυτά, υπήρχε κι ένα κομμάτι του πληθυσμού, το οποίο συντάχτηκε με την παράταξη του Λένιν. Τα ονόματα των Σεμερτζίεβ και Χιώτη, επιφανών Ελλήνων κομμουνιστών της περιοχής, είναι τα πιο χαρακτηριστικά[14].

Μάλιστα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρώτη ελληνική φιλομπολσεβίκικη εφημερίδα, η «Χαραυγή» βγήκε λίγο πιο νότια, στο Βατούμι, πρωτεύουσα της Ατζαρίας, όπου οι Έλληνες ήταν μια από τις πιο ζωντανές μειονότητες. 

Στην Τσάλκα της Γεωργίας, από την άλλη, υπήρχε ήδη από το 1919 παράνομος ελληνικός κομματικός πυρήνας μπολσεβίκων, παράλληλα με την εισχώρηση αρκετών Ελλήνων σε διάφορες επαναστατικές επιτροπές της Τιφλίδας[15].

Οι Καρσιώτες από την πλευρά τους, υπήρξαν φιλομπολσεβίκοι κι αυτό φάνηκε και προεπαναστατικά, όταν το καλοκαίρι του 1917 ψήφισαν τους μπολσεβίκους υποψήφιους για τη Δούμα, αλλά και μετά τον Οκτώβρη. Το σύνθημα «όλη η γη στους αγρότες» έπαιξε αρκετά μεγάλο ρόλο στη στάση τους, καθώς οι ίδιοι δεν είχαν ιδιόκτητες εκτάσεις, αλλά τους είχαν παραχωρηθεί καλλιεργήσιμες γαίες[16].

Στην Αρμενία, κριτήριο ήταν η σύγκρουση με τα εθνικιστικά αρμένικα τάγματα των Ντασνάκ, γεγονός που εξηγούσε σε μεγάλο βαθμό τις φίλα προσκείμενες τάσεις προς τους μπολσεβίκους.    

Όχι πολύ διαφορετική εικόνα παίρνουμε από την κοιλάδα του Κουμπάν κι από τα χωριά Μερτσάν, Αμπίνσκ, όπου είχαν εκλεγεί επαναστατικές επιτροπές και φιλομπολσεβίκικες ομάδες είχαν κάνει έντονη την παρουσία τους ανάμεσα στον πληθυσμό[17].

            Στην Κριμαία, τα πράγματα υπήρξαν πολύ διαφορετικά για τους Έλληνες, καθώς οι επιθέσεις των μπολσεβίκων ήταν πολύ συχνές και οδήγησαν και σε μαζικές σφαγές, όπως έγινε στη Χερσώνα[18].

            Η παρουσία του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μόνο ανθελληνικό μίσος μπορούσε να προκαλέσει, κι έτσι οι ντόπιοι Έλληνες στοχοποιήθηκαν εύκολα, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους, μέσα σε ένα κλίμα  γενικευμένης τρομοκρατίας[19].

 

 

Έλληνες και μαχνοβίτες

 

Η στάση των Ελλήνων στο εμφυλιακό πεδίο δε διαμορφώθηκε στη βάση ιδεολογικών κριτηρίων, αλλά στη βάση κοινωνικών αναγκών, οι οποίες καθόριζαν τις όποιες τακτικές επιβίωσης. Αυτό μας διδάσκει και η εμπειρία από τη συμμετοχή τους στο μαχνοβίτικο κίνημα[20].

Κι εδώ θα γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, λέγοντας πως η συνεισφορά των Ελλήνων στα στρατεύματα του Μάχνο οφείλεται σε δύο τυχαία γεγονότα: στην καταγωγή του ίδιου του Νέστορ Μάχνο από το Γκουλάι Πόλε και στην ανάπτυξη του αντάρτικου γύρω από την ευρύτερη περιοχή της Μαριούπολης. Έτσι, ενώ ο μπολσεβικισμός είχε απλώσει την επιρροή του σε όλα τα μήκη και πλάτη της πρώην ΕΣΣΔ, ως κυρίαρχη εξουσία, το μαχνοβίτικο αντάρτικο, κύριος φορέας αναρχικών ιδεών είχε περιορισμένο «κοινό», τα χωριά και τις πόλεις της Ουκρανίας στα οποία αναπτύχθηκε. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κίνημα αγκάλιασε μόνο τους Έλληνες της Αζοφικής, κι όχι Έλληνες άλλων περιοχών.

Την περίοδο 1918 -1919, το αντάρτικο απόσπασμα του Ταχταμίσεβ, για τον οποίο θα μιλήσουμε λίγο αργότερα, δρούσε στα χωριά Στάρι Κερμεντσίκ, Νόβο-Πετρίκοβκα, Νόβο-Καρακούμπα και Μπολσόι Γιανισόλ. Επίσης, άλλα μαχνοβίτικα αποσπάσματα επιχειρούσαν στα χωριά Ίμελα Γιανισόλ, Τσερντακλί, Κελλέροβκα, Μακεντόνοβκα και Σαρτανά, ενώ δεν έλειπαν και οι εγκαταστάσεις μαχνοβιτών στα νοτιότερα ελληνικά χωριά της Αζοφικής, Μανγκούς και Γιάλτα[21].    

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, η στήριξη στους μαχνοβίτες, δεν υπαγορευόταν σε καμία περίπτωση από κάποια ιδεολογική σύμπτωση, αλλά από καθαρά πρακτικούς λόγους επιβίωσης. Η στάση των ελληνικών κοινοτήτων απέναντι στο κίνημα του Μάχνο έχει τρία ιστορικά σημεία αναφοράς:

α) Φθινόπωρο-χειμώνας 1918: τα ελληνικά χωριά θα στηρίξουν το Μάχνο εναντίον του γκέτμαν, ως εκδίκηση για τη λεηλασία των αποθηκών τροφίμων από τα αυστρο-ουγγρικά στρατεύματα,

β) 1919 : η σύμπραξη με τους μαχνοβίτες θα εκφράσει την έμπρακτη δυσαρέσκεια στην υποχρεωτική στρατολόγηση των Λευκών.

Γι’ αυτή τη δεύτερη περίοδο, άκρως αποκαλυπτική είναι και η μαρτυρία του Β. Μπιελάς[22]:

«Παντού φυσούσε άνεμος νίκης και η μαχνοβσινά μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Όσο πιο βαθειά στα χωριά διείσδυε η αναγκαστική στρατολόγηση του εχθρού, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε η εξέγερση. Οι στρατολογημένοι περνούσαν στο πλευρό μας, παίρνοντας και τα όπλα τους μαζί»[23].

γ) 1920 – 1921: ενόσω αυξάνονται οι πιθανότητες για οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων, τα ελληνικά χωριά, φοβούμενα για αντεκδικήσεις, σταματούν να τροφοδοτούν με έμψυχο υλικό τα μαχνοβίτικα σώματα και αρχίζουν να παύουν τους δεσμούς τους με τους αντάρτες.

            Εδώ σίγουρα γεννάται η απορία για το ποσοστό συμμετοχής των Ελλήνων στο κίνημα του Μάχνο. Η απάντηση δεν μας είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρη, όμως σε γενικές γραμμές, ανάμεσα στις άλλες μικρές εθνότητες, οι οποίες συνέθεταν τον αντάρτικο στρατό, οι Έλληνες ήταν η πολυπληθέστερη. Έτσι, όταν οι Εβραίοι είχανε εθνικούς λόχους και οι Βούλγαροι δεν ξεπερνούσαν το ένα απόσπασμα, οι Έλληνες είχαν δύο ολόκληρα συντάγματα[24].  

            Αναφερόμενοι στη σύνθεση των αντάρτικων μονάδων, εκτός από το 9ο Σύνταγμα της 3ης Μεραρχίας του Ζαντνεπρόβσκ, το οποίο ήταν αμιγώς ελληνικό, Έλληνες υπήρχαν διάσπαρτοι και σε άλλες αντάρτικες μονάδες. Για παράδειγμα, αρκετοί από το χωριό Στάραγια Ιγκνάτοβκα είχαν ενταχθεί στο σύνταγμα του Νταβίντοβ, μέσα στο οποίο είχε προστεθεί κι ένα ελληνικό τάγμα υπό τη διοίκηση του Ιβάν Τσουμπάροβ[25].

Σχετικά με αυτά τα συντάγματα και τους διοικητές τους υπάρχουν διάφορες αναφορές στην υπάρχουσα ρωσική και σοβιετική βιβλιογραφία. Ο Σ. Ντιμπέτς[26], αναφερόμενος σε αυτά, είχε πει κάποτε:

«Τα ελληνικά συντάγματα υπήρξαν τα πιο σταθερά και ελπιδοφόρα τμήματα μιας πολυποίκιλης φρουράς, τα οποία, στις κρισιμότερες στιγμές, ο Μπάτκο[27], έριχνε στις πιο επικίνδυνες περιοχές»[28]

Ο Αρσίνοβ αναφέρει ότι, μέχρι και τη διάλυση του μαχνοβίτικου κινήματος, υπήρχαν ξεχωριστά ελληνικά τάγματα ανταρτών, ενώ πολλοί από τους διοικητές του επαναστατικού στρατού ήταν ελληνικής καταγωγής[29]: Ο διοικητής του 9ου Συντάγματος της 3ης Μεραρχίας του Ζαντνεπρόβσκ (Μεραρχία «Μπάτκο Μάχνο»), Ταχταμίσεβ Βλαντιμίρ Φεοφάνοβιτς, (ή Ταχταμίς) ήταν Έλληνας από το Μ. Ιανισόλ, με φιλομπολσεβικικές παρόλα αυτά τάσεις[30].

Στην εξέγερση εναντίον του γκέτμαν[31], ο Ταχταμίσεβ είχε οργανώσει ένα μικρό αντάρτικο απόσπασμα στο χωριό Στάρι Κερμεντσίκ. Τον Απρίλη του 1919 ο Π. Ντιμπένκο θα τον συστήσει για παρασημοφόρηση με το μετάλλιο του Κόκκινου Λαβάρου της Μάχης για την κατάληψη της Μαριούπολης και θα προτείνει στο Σοβιέτ Λαϊκών Επιτρόπων της ΣΣΔ της Ουκρανίας να του στείλει έπαινο[32].

Ανάμεσα στους επιφανείς Έλληνες οι οποίοι συμμετείχαν στο μαχνοβίτικο κίνημα υπήρχε και κάποιος Μπολτατζί, ο οποίος ήταν Γραμματέας του 2ου Συνεδρίου στρατιωτών – ανταρτών, εργατικών και αγροτικών Σοβιέτ, Τομέων και Υποτομέων του Εκστρατευτικού Επιτελείου της περιοχής του Γκουλάι Πόλε, συνέδριο το οποίο διεξήχθη στις 12 Φλεβάρη του 1919 στο παραπάνω χωριό[33].

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Μπιελάς, ο Μπολτατζί ήταν αναρχικός αγρότης από το Μ. Ιανισόλ, που άνηκε στη μεσαία τάξη[34].

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε και τον Λασκέβιτς, διοικητή του 13ου Συντάγματος, ο οποίος, αμαύρωσε την εικόνα που είχαν δημιουργήσει οι Έλληνες του μαχνοβίτικου κινήματος. Από τη στιγμή που έμαθε ότι πάσχει από σύφιλη, στις αρχές του 1920, άρχισε να ξοδεύει σιγά σιγά χρήματα τα οποία είχαν απαλλοτριώσει οι σύντροφοί του από την τράπεζα του Εκατερινοσλάβ τον Νοέμβρη του 1919 και τα οποία ξεπερνούσαν τα 4.500.000 ρούβλια. Τα «χόμπι» του ήταν οι γυναίκες, τα πάρτι, οι χοροί, κτλ. Λίγο πριν εκτελεστεί στην κεντρική πλατεία του Μ. Ιανισόλ από τους ίδιους τους συμπατριώτες του, πάνω του δεν βρέθηκαν παρά μόνο 105.000 ρούβλια. Λίγο αργότερα συνελλήφθη ένας ακόμη Έλληνας κλέφτης, ο οποίος είχε την ίδια μοίρα με τον Λάσκεβιτς…[35]

 

 

Ημερολόγια πολέμου: η ελληνική συμμετοχή στο αντάρτικο

 

Μεταξύ της Μαχνοβσινά και του ελληνικού κόσμου της Αζοφικής έχει αναπτυχθεί στη σοβιετική βιβλιογραφία μια φιλολογία, απέναντι στην οποία οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί και κριτικοί. Για παράδειγμα, ο Ι. Τέπερ, ένα από τα στελέχη της αναρχικής συνομοσπονδίας Ναμπάτ κι μετέπειτα υπάλληλος της ΤσεΚα (!!!), θέλοντας ή μη, ελληνοποίησε τη μαχνοβσινά, όταν δήλωσε:

 

«Η Μαχνοβσινά προήλθε από μια σειρά πλούσιων ελληνικών χωριών όπως το Κομάρ, το Μπογκατίρ, το Μπολσόι και Μάλι Γιανισόλ κλπ.»[36]

            Μια από τις πρώτες επαφές μεταξύ κατοίκων ελληνικών χωριών και μαχνοβιτών ανταρτών πρέπει πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1918, έναν χρόνο μετά την Επανάσταση των μπολσεβίκων και τέσσερις μήνες μετά από την εξέγερση του Μάχνο εναντίον του καθεστώτος του γκέτμαν στη ΝΑ Ουκρανία. Έτσι, μετά από τα χωριά Γκαβρίλοβκα και Ιβάνοβκα (Οκτώβρης 1918) ένα μαχνοβίτικο απόσπασμα κινήθηκε ανατολικά κι έφτασε στο ελληνικό χωριό Κομάρ. Αφού διέλυσε τη φρουρά του γκέτμαν, κάλεσε τους κατοίκους σε συνέλευση και εξιστόρησε τα εγκλήματα των Γερμανών κατακτητών στη Βελικομιχάιλοβκα, ζητώντας υποστήριξη. Έτσι κι έγινε. Πολλοί νέοι ενώθηκαν αμέσως με τους αντάρτες.

            Στις αρχές του 1919, η αναγκαστική επιστράτευση που εξήγγειλε ο Ντενίκιν, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στα ελληνικά χωριά και συνοδεύτηκε από άρνηση παράδοσης έμψυχου υλικού. Έτσι, μέχρι τις 17 Φλεβάρη του 1919 στα κέντρα στρατολόγησης της Μαριούπολης, καθώς και των ελληνικών επαρχιών Μανγκούς και Ουρζούφ είχαν παρουσιαστεί όχι παραπάνω από 500 νεοσύλλεκτοι σε σύνολο τουλάχιστον 8.000 κληθέντων[37].

            Αλλά και πολλοί από αυτούς οι οποίοι είχαν ήδη καταταγεί στο Λευκό Στρατό, δεν είχανε την δέουσα πειθαρχία απέναντι στους ανωτέρους τους. Το αντίθετο μάλιστα. Έλληνας αξιωματικός του Εθελοντικού Στρατού, αιχμάλωτος των μαχνοβιτών ανταρτών, κατά τη διαδικασία της ανάκρισης θα αφηγηθεί ότι είναι βίαια επιστρατευμένος, όπως και οι άλλοι Έλληνες οι οποίοι πολεμούν για λογαριασμό της Εθελοντικής Στρατιάς. Από τους 200 Έλληνες, οι οποίοι ήταν στο λόχο του, οι μισοί απέδρασαν, οι δε αξιωματικοί, φοβούμενοι τους ανωτέρους τους- κυρίως λόγω του γεγονότος ότι είναι Ρώσοι, δεν αντιδρούσαν, είχαν όμως μια φοβερή επιθυμία: την εξόντωσή των Λευκών αξιωματούχων[38].   

Η αντίδραση των ελληνικών χωριών εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης στην οποία είχαν προβεί οι Λευκοί, κορυφώθηκε τον Φεβρουάριο του 1919, με πρωταγωνιστές 3 ελληνικά χωριά: το Μανγκούς, το Γιάλτα[39] και το Ουρζούφ. Μια επιτροπή Λευκών έφτασε στο Μανγκούς και ζήτησε εθελοντές, αίτημα το οποίο η συνέλευση του χωριού, από την οποία απουσίαζαν στρατιώτες και κομμουνιστές, απέρριψε. Τότε οι Λευκοί τους εκφόβισαν, ανακοινώνοντας τους ότι, αν συνέχιζαν να αρνούνται, θα επιτάσσανε με την βία όχι μόνο τους νέους, αλλά και τους στρατεύσιμους των ετών 1915-17. Κάνανε όμως ένα σοβαρό λάθος. Μεταξύ φοβέρας κι απειλών, κοινοποίησαν ότι θα επισκεφτούν για τον ίδιο λόγο και το χωριό Γιάλτα. Χωρίς να χαθεί ούτε λεπτό, οι Έλληνες του Μανγκούς κατάφεραν να τους προλάβουν, και ενημέρωσαν έγκαιρα τους συμπατριώτες τους στη Γιάλτα για το τι επρόκειτο να συμβεί. Έτσι, ορδές αγροτών - στρατιωτών από τη Γιάλτα, εγκατέλειψαν το χωρίο τους με προορισμό το Ουρζούφ. Όταν έφτασαν οι Λευκοί στο Γιάλτα έλαβαν την απάντηση ότι ο μάχιμος πληθυσμός του χωριού έφυγε προς άγνωστο προορισμό. Καταλαβαίνοντας ότι η υπόθεση αποτελεί φιάσκο, αντέδρασαν βίαια, αρπάζοντας την περιουσία των ντόπιων, τα ζώα τους, ακόμη και… παιδικά παιχνίδια! Αργότερα, επιτέθηκαν στις οικογένειες των αντρών που έφυγαν, σε γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, και χρησιμοποιώντας βασανιστήρια, προσπάθησαν να τους αποσπάσουν πληροφορίες για το που βρίσκονται οι «εθελοντές» τους. Πάνω από 25 γυναίκες έχασαν τις αισθήσεις τους από τα χτυπήματα[40].

Παρόμοια υπόθεση περιγράφεται και σε έκθεση του κομισαριάτου εξωτερικών υποθέσεων (γνωστό αργότερα ως ΥΠΕΞ) της ΑΣΣΔ της Κριμαίας, χρονολογημένη την άνοιξη του 1919, όπου αναφέρεται πως, σύμφωνα με τα ευρήματα μιας ειδικής (και αμερόληπτης) επιτροπής που συστήθηκε για τη διαλεύκανση μαζικών δολοφονιών στην περιοχή της Κριμαίας, απαρτιζόμενη από έναν Έλληνα ιερέα, τον Ιταλό και Αυστριακό πρόξενο, καθώς και τον πρόεδρο της Επαναστατικής Επιτροπής της περιοχής κτλ., είχαν διαπραχθεί ειδεχθή εγκλήματα από την πλευρά του Εθελοντικού Στρατού, ανάμεσα στα οποία και η λεηλασία του ελληνικού χωριού Κουραμπάσι, με 12 νεκρούς και 5 γυναίκες θύματα βιασμού [41].

Κι αυτό είναι το λιγότερο. Τον Μάρτιο του 1919, στο χωριό Μπερέζοβκα, κατά τη διάρκεια συμπλοκών με Λευκούς, σκοτώθηκαν 600 Έλληνες[42].

Τα νέα διέρρευσαν γρήγορα και τα ελληνικά χωριά προετοιμάστηκαν για κάποιο ενδεχόμενο μελλοντικό χτύπημα. Έτσι, κάτοικοι του Μανγκούς, του Γιάλτα και του Ουρζούφ συνενώθηκαν και οχυρώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το  Μανγκούς. Στην περιοχή έσπευσαν για βοήθεια δύο μαχνοβίτικα αποσπάσματα από τα χωριά Ντερεβέτσκογιε και Νοβοσπάσοβκα[43].

Στην πρώτη κίνηση των εθελοντικών στρατευμάτων από το Γιάλτα προς το Μανγκούς, οι Έλληνες κατάφεραν να τους διαλύσουν και να κινηθούν μαζί με τους μαχνοβίτες προς τη Μαριούπολη όπου είχαν οχυρωθεί οι Λευκοί. Εκείνη την περίοδο χρονολογείται πιθανώς και η δημιουργία του πρώτου ελληνικού συντάγματος του μαχνοβίτικου αντάρτικου, του περίφημου 9ου Συντάγματος της 3ης Ταξιαρχίας, «Μπάτκο Μάχνο». Η μάχη που έδωσε το ελληνικό σύνταγμα στη Μαριούπολη εναντίον των Λευκών και των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν στρατοπεδεύσει στην περιοχή θεωρείται μια εποποιία, για την οποία και τιμήθηκε μετά από χρόνια με το παράσημο του Κόκκινου Λαβάρου, παρότι η νύχτα της νίκης συνοδεύτηκε από λεηλασίες και αυθαίρετες έρευνες σε σπίτια[44].

            Ένα μήνα μετά εμφανίζεται (στη βιβλιογραφία), ένα ακόμη ελληνικό σύνταγμα, το οποίο ο Βίκτορ Μπιελάς αποκαλεί απλά «δεύτερο», αφού το «πρώτο» ήταν το 9ο της 3ης Ταξιαρχίας του Ζαντνεπρόβσκ, για το οποίο μιλήσαμε προηγουμένως. Τον Απρίλιο, το συγκεκριμένο σύνταγμα θα εμπλακεί σε μάχες με το ιππικό του Α. Σκουρό στην περιοχή του Μάλι Γιανισόλ[45].

           

 

Εδώ αξίζει να κάνουμε μια παρένθεση στην αφήγησή μας  και να αναφέρουμε ότι, η 3η Ταξιαρχία, στην οποία υπαγόταν και το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα (9ο), ήταν αυτή στην οποία επικρατούσαν οι αναρχικές ιδέες[46].

Δικαιολογημένα έτσι, σε επίσημο έγγραφο της εποχής (20 Απριλίου 1919), αναφέρεται ότι, στην 3η ταξιαρχία, τους εργαζόμενους για την πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαζών δεν τους έδιναν κι ιδιαίτερη σημασία, και αρκετές φορές δεν ήθελαν ούτε να τους βλέπουν. Ακόμη, τους κομμουνιστές τους αντιμετώπιζαν πολλές φορές σαν προδότες, που τους είχε διορίσει η Τσεκά[47].

            Εντούτοις, σχετικά διαφοροποιημένη εικόνα έχουμε για το 9ο Σύνταγμα (ελληνικό), όπου σύμφωνα με αναφορά του Πολιτικού Τομέα της 1ης Μεραρχίας του Ζαντνεπρόβσκ, επισημαίνεται ότι, παρότι κυρίαρχες είναι αναρχικές και σοσιαλεπαναστατικές ιδέες, υπάρχει φιλομπολσεβίκικος πυρήνας, καθώς και λέσχη, σχολεία, βιβλιοθήκες, χορωδία και ορχήστρα[48]

            Σε  μεταγενέστερο έγγραφο αναφέρεται επιγραμματικά το «ποιόν» και η σύνθεση του ελληνικού Συντάγματος. Ιδού λοιπόν μερικά από τα βασικότερα χαρακτηριστικά: συμπαθούντες του Μάχνο, μεγαλοϊδιοκτήτες, αξιόμαχοι αλλά με ανεπτυγμένο το εθνικό αίσθημα, αντισημίτες.

Μία από τις πιο ηρωικές στιγμές του, υπήρξε η μεγάλη μάχη που έδωσε εναντίον των Κοζάκων του στρατηγού Σκουρό στα μέσα Μαΐου 1919. Οι τελευταίοι είχαν καταλάβει την περιοχή του Μπολσόι Γιανισόλ και είχαν προβεί σε βαρβαρότητες εναντίον του γηγενούς πληθυσμού. Έτσι οι Έλληνες είχαν δύο λόγους πλέον να επιτεθούν: την ανακατάληψη της περιοχής και την εκδίκηση. Έτσι κι έγινε. Στο χωριό Μπολσόι Γιανισόλ, οι Κοζάκοι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στις αυλές των σπιτιών[49].

            Αργότερα όμως, δυνάμεις του Σκουρό αντεπιτέθηκαν στο ελληνικό χωριό, από την πλευρά των χωριών Κομάρ, Κονσταντινοπόλ και Μπογκατίρ, όπου και λόγω της έλλειψης ανεφοδιασμού των ελληνικών μαχνοβίτικων ταγμάτων (εξαιτίας εκτεταμένων προστριβών με τους μπολσεβίκους), η ήττα ήταν αναμενόμενη. Αυτή συνοδεύτηκε από ολοκληρωτική σφαγή και στο Μ. Ιανισόλ και στο χωριό Κερμεντσίκ. Ο Ταχταμίς με ένα απόσπασμα 400 Ελλήνων μαχνοβιτών κατάφερε να υποχωρήσει και τελικά να γλιτώσει. Οι υπόλοιποι λόχοι του 9ου Συντάγματος, καθώς και το 12ο Σύνταγμα Ιππικού του Μορόζοβ, που είχε σπεύσει για ενισχύσεις, αποδεκατίστηκαν εντελώς. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι που έγιναν πρόσφυγες στην περιοχή επιχειρήσεων του Μάχνο. Έτσι ένα μεγάλο ανθρώπινο κομβόι, με κάρα, αγελάδες και βόδια, κινήθηκε δυτικά φοβούμενο το μένος των Λευκών και την αιχμαλωσία[50].

            Την περίοδο Ιουλίου – Δεκεμβρίου 1919 έχουμε σαφή έλλειψη αναφορών για ελληνική δραστηριότητα στο μαχνοβίτικο αντάρτικο. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, το σημαντικότερο, ίσως, περιστατικό, της συγκεκριμένης περιόδου υπήρξαν οι διαπραγματεύσεις για συμφωνία με τον Γκριγκόριεβ[51], η οποίες κατέληξαν στην εκτέλεση του τελευταίου, στον αφοπλισμό του στρατού του και στην εθελοντική επιστράτευση αρκετών στρατιωτών του με τους μαχνοβίτες. Όλα αυτά συνέβησαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1919.

            Αρχές του 1920, οι σχέσεις μαχνοβιτών κι Ελλήνων πέρασαν σε ένα νέο στάδιο, κάτι το οποίο προαναφέραμε. Ο Τσοπ ονομάζει αυτή την περίοδο, ως «περίοδο των μετόπισθεν» (1920-1921). Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε νέο ελληνικό αίμα στην εμπροσθοφυλακή του αντάρτικου, παρά μόνο μονάδες συντήρησης των μετόπισθεν. Τρανταχτό παράδειγμα είναι η συγκρότηση τοπικού αντάρτικου αποσπάσματος στο ελληνικό χωριό Μπογκατίρ, από τον Ογκαρκόβ, ενός νέου αναρχικού μεσαίου αγρότη.

            Ο φόβος της καταστολής από τους μπολσεβίκους, ειδικά εκείνη την περίοδο, που οι σχέσεις τους με τους μαχνοβίτες άρχισαν να παίρνουν την κατιούσα, δεν επέτρεψε στους Έλληνες να πολεμήσουν στο πλευρό των ανταρτών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ελληνικού χωριού Κομάρ, όπου η άρνηση παράδοσης έμψυχου υλικού στο Μάχνο, εξόργισε τον τελευταίο, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω συνομιλία με τους απεσταλμένους του χωριού. Μια μέρα αργότερα, στις 25 Φεβρουαρίου του 1920, ένα τάγμα μαχνοβιτών βρέθηκε στο Μ. Ιανισόλ. Παρά το κάλεσμα για ξεσηκωμό του πληθυσμού, οι Έλληνες αρνήθηκαν να πολεμήσουν[52].  

            Την ίδια περίοδο είχε ενταθεί και η κόκκινη τρομοκρατία που ασκούσαν κυρίως τα σοβιετικά αποσπάσματα συλλογής τροφίμων και τα διάφορα εκκαθαριστικά συντάγματα. Μόνο τον Μάρτιο του 1920 είχαν εκτελεστεί στο Κομάρ 7 άτομα, στο Μπογκατίρ 10, ενώ στο Κονσταντινόπολ 12[53].

Πολλά ελληνικά χωριά, όταν δεν μπορούσαν να συνταχθούν με τις τάξεις των μαχνοβιτών, λειτουργούσαν ως καταφύγια για τους αναρχικούς αντάρτες. Στα τέλη του 1920 όμως, οι μπολσεβίκοι εξαπέλυσαν γενικευμένη επίθεση στα μαχνοβίτικα τάγματα. Στο χωριό Κερμεντσίκ, όπου είχε καταλύσει ο Μάχνο, έφτασε το τάγμα του Μαρτσένκο φανερά αποδεκατισμένο, κάτι που προκάλεσε πολύ μεγάλη πικρία στο «Μπάτκο» και τους συντρόφους του[54].

Πλέον, οι Έλληνες βρίσκονταν σε επισφαλή θέση, ακόμα κι όταν βρίσκονταν στα μετόπισθεν των μαχνοβιτών. Η κατάσταση χειροτέρευσε όταν η επιδημία παγγόλινου που ξέσπασε εξόντωσε ένα μεγάλο μέρος των ζώων, αφήνοντας τα ελληνικά νοικοκυριά χωρίς ουσιαστικά εφόδια ενόψει του χειμώνα.

Λίγους μήνες μετά, η γενικευμένη ξηρασία σκότωσε και την τελευταία πιθανότητα για βοήθεια των Ελλήνων απέναντι στους μαχνοβίτες[55].

 

 

Τελικά συμπεράσματα

 

Από τη συμμετοχή των Ελλήνων στο κίνημα του Μάχνο πολλά διδάγματα μπορούμε να εξάγουμε. Ας συγκρατήσουμε δύο.

 Το σημαντικότερο αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούμε να μελετήσουμε το ελληνικό στοιχείο της Ρωσίας και των πρώην ΣΣΔ. Καταρχήν, η ομογενοποίηση των συμπεριφορών, αντιδράσεων και αξιών των ελληνικών κοινοτήτων αποτελεί μια λανθασμένη αντίληψη για τις κοινότητες, οι οποίες συχνά στη βιβλιογραφία παρουσιάζονται ως μια ολότητα με κοινά χαρακτηριστικά και δράσεις. Κάθε κοινότητα όχι μόνο αναπτύσσει το δικό της χαρακτήρα, αλλά προσαρμόζει και τη δική της εξωτερική της πολιτική ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες. Αυτό συμπεραίνουμε από τη μεταβαλλόμενη στάση των ελληνικών χωριών απέναντι στους μαχνοβίτες αντάρτες, η οποία καθορίζεται από τις ανάγκες και τις συνθήκες που διαμορφώνονται στο χώρο και το χρόνο. Κι αυτό είναι ένα μεθοδολογικό εργαλείο το οποίο είναι καλό να εκμεταλλεύονται όλοι οι μελετητές που ασχολούνται με παρεμφερή ζητήματα.

            Αξίζει έπειτα να ειπωθεί ότι, η αναρχική ιδεολογία δεν είχε στα ελληνικά χωριά την απαιτούμενη απήχηση έτσι ώστε τα τελευταία να αποτελέσουν σταθερό ανάχωμα για το μαχνοβίτικο κίνημα. Κι αυτό εύκολα αποδεικνύεται με τη στάση που κράτησαν αυτά μετά το 1920. Δεν χωρεί αμφισβήτησης το γεγονός όμως ότι υπήρχαν Έλληνες αναρχικοί στις συγκεκριμένες περιοχές.

Ο Τσοπ αναφέρει ότι, η σχέση των Ελλήνων με τους αναρχικούς του Μάχνο ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο Έλληνες της περιοχής υπήρξαν θύματα διώξεων την περίοδο 1936-1938. Κανένα επίσημο έγγραφο παρόλα αυτά, δεν τεκμηριώνει κάτι τέτοιο, ενώ τέτοιου είδους ισχυρισμοί είναι περισσότερο προϊόντα μυθοπλασίας των ιστορικών και τίποτα άλλο. Και μάλλον δεν υπάρχει λόγος να τα σχολιάσουμε. Το ίδιο ανάξια σχολιασμού μπορεί και να παραμείνει η σιωπή πολλών Ελλήνων ιστορικών για το ζήτημα των Ελλήνων μαχνοβιτών ανταρτών, καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελεί ταμπού και μάλλον δεν ωφελεί στην προσπάθεια ορθολογικοποίησης της ιστορίας για τους Έλληνες του Πόντου και της ΕΣΣΔ. Πόσο μάλλον όταν η ζωντανή ιστορία αυτών των ανθρώπων αποτελεί εργαλείο διαμόρφωσης «ιστορικού λόγου», με πασίδηλες ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

ΚΑΤΑΪΦΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Παρισίων IV- Σορβόννη


[1] N. Werth, « Les manuscrits censurés de Lénine », π. L’Histoire, τ. 324, Οκτώβριος 2007, σ. 44

[2]Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η πρώιμη σοβιετική βιβλιογραφία σχετικά με το Μάχνο, όπου συγγραφείς όπως ο Λέμπετ, Ιάκοβλεβ, Έιντεμαν, Βασίλιεβ, Τσερκάσκι, Τέπερ εξαργυρώνουν επιταγές κομματικής παραγγελίας

[3] P. Avrich, Anarchistportraits, PrincetonUniversityPress, Princeton1988, σ. 111

[4] Πολύ σημαντικά στοιχεία για τη ζωή του Μάχνο παραθέτει ο Ρώσος ιστορικός, Σούμπιν Αλεξάντερ, βλ. A. Shubin, Makhnoimakhnovskoedvijenie, ΜIK, Μόσχα 1998,  (βλ. : http://www.makhno.ru/lit/book3.php και

www.theyliewedie.org/ressources/biblio/fr/Shubin_Aleksandr_-_Nestor_ivanovich_Makhno.html)

[5] στο ίδιο, κεφ. 1

[6] μτφ. του ΤsK (tcherezvitsainnaiakomissia): έκτακτη επιτροπή που είχε το ρόλο της κρατικής υπηρεσίας ασφάλειας από τον Δεκέμβρη του 1917 έως και το 1922, όπου και αντικαταστάθηκε από τη GPU. Συνοπτικά στοιχεία για τη δομή και τις δράσεις των οργάνων κρατικής ασφαλείας στην ΕΣΣΔ, παραθέτονται στην ιστοσελίδα του Memorial, βλ. http://www.memo.ru/history/nkvdfram.htm  

[7] N. I. Souprounenko, GrazdanskaiavoinanaOukraine, τ. 1, β. 2, Κίεβο 1967, σ. 374

[8] M. Kοubanin, Makhnovchtchina, Λένινγκραντ 1927, σ. 163

[9] στο ίδιο, σ. 230. Για το ίδιο θέμα, ο ίδιος ο Μάχνο στο βιβλίο του Μakhnovchtchinaieevtcherachnyesoiouzniki – bolcheviki, που εκδόθηκε το 1928, εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους υπήρχε αυτή η φημολογία περί αντισημιτισμού, βλ. κεφάλαιο Makhnovchinaiantisemitizm

[10]  Β. Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 129-130

[11]  στο ίδιο, σ. 128-129

[12]  στο ίδιο, σ. 129, 179

[13]  στο ίδιο, σ. 133

[14] στο ίδιο, σ. 133. Για το ίδιο θέμα σημαντικά στοιχεία βρίσκονται και στο εξαιρετικό βιβλίο του Iωαννίδη,  N. N. Ioannidi, GrekivAbkhazii, Σουχούμι 1993

[15] Β. Αγτζίδης, ό. π., σ. 170, 178

[16] Χ. Σαμουηλίδης, Το χρονικό του Καρς, Γκοβόστης, Αθήνα 1988, σ. 45

[17] Β. Αγτζίδης, ό. π., σ. 166

[18]στο ίδιο, σ. 160

[19] Εικοσιοχτώ από τις τριάντα χιλιάδες των Ελλήνων της Οδησσού εγκατέλειψαν τις εστίες τους, βλ. Β. Αγτζίδης, ό. π., σ. 162 

[20] Οι Πόντιοι δεν ήταν αναρχικοί, ούτε «λαός ατίθασος, δίχως αρχηγούς αυθεντίες και με έντονη τη διάθεση σύγκρουσης με τις όποιες εξουσίες», όπως αναφέρει η Σόνια στο περίφημο άρθρο της «Οι Έλληνες Πόντιοι στο μαχνοβίτικο κίνημα», στο αντεξουσιαστικό περιοδικό ‘Ανθη του Κακού’, αρ. 2, Φεβ. 1988, σ. 22. Και πρέπει να πούμε ότι μάλλον είναι υπερβολικός και ο ισχυρισμός της ύπαρξης «ελληνικού αναρχικού κινήματος», τα ντοκουμέντα του οποίου βρίσκονται στο ‘Άμστερνταμ, βλ. σ. 22. Εντούτοις, δεν αποκλείεται πολλοί Έλληνες να ασπάστηκαν αναρχικές ιδέες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

[21] V. Μ. Tchop, «Outchast priazovskikh grekiv- kolonistiv ou Makhnovskomou rousi (1918 – 1921)», άρθρο δημοσιευμένο στο www.makhno.ru, βλ. http://www.makhno.ru/lit/book11.php (το άρθρο είναι στα ουκρανικά). Ο Τσοπ είναι ίσως ο μόνος ερευνητής, ο οποίος έχει ασχοληθεί επιστημονικά με τη συμμετοχή των Ελλήνων στο μαχνοβίτικο κίνημα, θέμα το οποίο ανέπτυξε αναλυτικά στο παραπάνω άρθρο. Χρησιμοποιώντας και αρχειακό υλικό, έκανε το πρώτο βήμα, ανοίγοντας το πεδίο για μελλοντικές, ακόμη πιο διεξοδικές έρευνες αναφορικά με το ζήτημα.        

[22] Από τους πιο επιφανείς διοικητές του μαχνοβίτικου αντάρτικου  

[23] Β. Μπιελάς, Α. Μπιελάς, Οι Δρόμοι του Νέστορ Μάχνο, τ. Α, Βαβυλωνία, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 75

[24] V. Μ. Tchop, ό. π. Σχετικά με το ίδιο θέμα, ο Footman, αναφέρει ότι η φυλετική σύνθεση του μαχνοβίτικου στρατού ήταν κατά 85% Ουκρανοί, περίπου 8% Ρώσοι και οι υπόλοιποι ήταν Έλληνες, Εβραίοι, Τάταροι και Γερμανοί της Ν. Ουκρανίας, βλ. D.Footman, Civil War In Russia, Frederick A. Praeger,Λονδίνο 1961, σ. 285

[25] V. Μ. Tchop, ό. π.

[26] Αναρχοσυνδικαλιστής, σημαίνον πρόσωπο για τις διοικητικές θέσεις που κατείχε όταν, από τους μαχνοβίτες πέρασε στο πλευρό των μπολσεβίκων. Περισσότερα: Β. Μπιελάς, Α. Μπιελάς, ό. π., σ. 346

[27] Μτφ.: «Πατέρας» με μια ευρύτερη έννοια, χρησιμοποιήθηκε ως προσφώνηση του Μάχνο στον καθημερινό λαϊκό λόγο 

[28] V. Μ. Tchop, ό. π.

[29] P. Archinov, History Of The Makhnovist Movement (1918-1921), Black & Red Detroit Solidarity, Σικάγο 1974, βλ. http://www.ditext.com/arshinov/10.html

[30] A. V. Belach, V. F. Belach, Dorogi Nestora Makhno. Istoritcheskoe povestvovanie, RVTs Proza, Κίεβο 1993, βλ. http://kdkv.narod.ru/Maxno/Maxno-spis.htm

[31] Γκέτμαν είναι στρατιωτικός- διοικητικός όρος και αναφέρεται σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς, γερμανικής καταγωγής, Βλ. Εntsiklopedia kajatchestva, Vetche, Μόσχα 2007, σ. 357

[32] V. Μ. Tchop, ό. π.

[33] Β. Μπιελάς, Α. Μπιελάς, ό. π., σ. 99-100

[34] A. V. Belach, V. F. Belach, ό. π.

[35] V. Μ. Tchop, ό. π.

[36] I. Τeper, Makhno: ot «edinogoanarkhizma» kstopamroumynskogokorolia, Χάρκοβο 1924, σ. 24, όπως αναφ. στο: V. Μ. Tchop, ό. π.Εντούτοις, ο Λ. Γιαρούτσκι, αρκετά μεταγενέστερα (1993), αναφέρει από την πλευρά του ότι, «το 1918 στο κάλεσμα του Νέστορ Μάχνο αποκρίθηκαν πρώτοι συγκεκριμένα οι αγρότες των ελληνικών χωριών της Μαριούπολης», βλ. L. Iaroutski, Maknhoimakhnovtsy, Μαριούπολη 1996, σ.178, όπως αναφ. στο V. Μ. Tchop, ό. π.

[37] V. Μ. Tchop, ό. π.

[38] στο ίδιο

[39] Χωριό το οποίο δεν έχει σχέση με την Γιάλτα, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι, μέρος του πληθυσμού ήταν πρόσφυγες από την πόλη στην οποία υπογράφηκε η περίφημη συμφωνία.

[40] N. I. Souprounenko, ό π.,σ. 228

[41] στο ίδιο, σ. 413

[42] Ο αριθμός αναφέρεται σε γράμμα ειδικού ανταποκριτή του ειδησεογραφικού πρακτορείου των Λευκών στην Ουκρανία, βλ. S. Choumov, A. Andreev, Makhnovchtchina/ Banderovchtchina, Eksmo, 2005, σ. 72

[43] V. Μ. Tchop, ό. π.

[44] Φυσικά δεν είναι σίγουρο ότι λεηλατούσαν μόνο οι Έλληνες, καθότι στην πόλη βρισκόντουσαν κι άλλα αποσπάσματα ανταρτών, αλλά και δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού. Ο Γιαρούτσκι δε, διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για εμπλοκή Ελλήνων σε τέτοια περιστατικά. Βλ.V. Μ. Tchop, ό. π.

[45] στο ίδιο

[46] N. I. Souprounenko, ό π.,  σ. 246-247

[47] N. I. Souprounenko, ό π.,σ. 362

[48] V. Μ. Tchop, ό. π.

[49] στο ίδιο

[50] στο ίδιο

[51]Αταμάνος, πράσινος σοσιαλιστής και φανατικός αντισημίτης, βλ. P. Archinov, ό. π., βλ. σχετικά http://www.ditext.com/arshinov/6.html

[52] V. Μ. Tchop, ό. π.

[53] στο ίδιο

[54] P. Archinov, ό. π.

[55] V. Μ. Tchop, ό. π.