Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Φύλο, τάξη κι εκπαίδευση στους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια του μεσοπόλεμου

 

To παρακάτω κείμενο αποτελεί παρέμβαση στο 3ο επιστημονικό συνέδριο του ΙΑΚΕ που πραγματοποιήθηκε από τις 05 έως τις 07 Μαίου του 2017 στο Ηράκλειο της Κρήτης.

 

 

                                                                             
                                                                                            Αναμνηστική φωτογραφία από την ελληνική κοινότητα του Πιατiγκόρσκ στο "κατώφλι" της κολεκτιβοποίησης
 
 

Περίληψη

 

Η προσπάθεια συγκρότησης μιας ενιαίας αφήγησης για το φύλο, την τάξη και την εκπαίδευση στους σοβιετικούς Έλληνες κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου αποτελεί τον κύριο άξονα του παρακάτω paperΗ παραπάνω οπτική για ένα θέμα που δεν αφορά την εκπαίδευση, αλλά την εμπλέκει σε μια  απόπειρα ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από τις έμφυλες και ταξικές ταυτότητες δεν είναι τυχαία: έχει πλούσιο βιβλιογραφικό αντίκρισμα, μεταξύ άλλων, αρχειακού υλικού από την πρώην ΕΣΣΔ, αλλά και δημοσιευμάτων αντίστοιχου περιεχομένου στον Τύπο της εποχής ή και τον μεταγενέστερο.

Το εγχείρημά μας βασίζεται στην παραγωγή μιας αντίληψης πέρα από τα σκληρά όρια του έθνους, ως κυρίαρχης αναλυτικής βάσης, που συναντάται στην ελληνο-σοβιετική ιστοριογραφία. Παρόλα αυτά, η έμφυλη, πολιτισμική και κοινωνική κριτική, δεν επισκιάζει, ούτε και παρακάμπτει τις αφηγηματικές προτάσεις των προκατόχων μας. Τουναντίον, προσπαθεί να τις ενδυναμώσει, διανοίγοντας νέα επιστημονικά πεδία αναζητήσεων, ερευνώντας ενδεχόμενες συγκλίσεις και αποκλίσεις.

 
 

Εισαγωγή 

 

Tον Μάρτιο του 1921,οB.I. Λένιν εγκαινίασε την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής στην ΕΣΣΔ, ως λύσης «δίχως αύριο» στην οικονομική δυσπραγία που προκάλεσαν οι επιτάξεις της αγροτικής παραγωγής του εμφυλιακού «πολεμικού κομμουνισμού» (Viola, 1996).  

Η ΝΕΠ, μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στον πολεμικό κομμουνισμό και στην βίαιη κολεκτιβοποίηση και βιομηχανοποίηση, ορόσημο της σταλινικής περιόδου οικονομικής διαχείρισης, είναι το κύριο ιστορικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα εκθέσουμε την δική μας οπτική

Όπως για όλους τους σοβιετικούς λαούς, έτσι και για την ελληνική διασπορά της ΕΣΣΔ, η οποία κατοικούσε σε συμπαγείς κοινότητες, κυρίως στα παράλια της Μ. Θάλασσας, από την Οδησσό έως την Χερσώνα, την Κριμαία, την περιοχή της Μαριούπολης στην Αζοφική, και πιο νότια, στην κοιλάδα του Κουμπάν και τον Β. Καύκασο, στην Αμπχαζία και την Γεωργία, η περίοδος της ΝΕΠ είναι μια περίοδος πρωτοφανούς αναγέννησης της ελληνικής παιδείας, της εκπαίδευσης, της γλώσσας, του πολιτισμού και των γραμμάτων, σε τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν έχει γνωρίσει στην ιστορία της. Παρά τις προσπάθειες που γίνονταν από τον κλήρο και τους ευεργέτες προεπαναστατικά (Κοτσιώνης, 1999), η ελληνική παιδεία και γλώσσα δεν έπαυε να είναι προνομιακό πεδίο των ντόπιων ελίτ και της εκκλησίας. Αυτοί καθόριζαν το περιεχόμενο, τη γλώσσα και το σύστημα διδασκαλίας.

Με την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας, και κυρίως στην περίοδο της ΝΕΠ, παρατηρείται μια προσπάθεια αδιαμεσολάβητης εκπόρευσης της παιδείας και των γραμμάτων από την  ίδια την σοβιετική εξουσία και τις τοπικές της διακλαδώσεις (τοπικά σοβιέτ), με σκοπό να γίνονται αποδέκτες της εκπαίδευσης τα πλέον φτωχότερα στρώματα στους κόλπους των ελληνικών κοινοτήτων. Για πρώτη φορά, αποδέκτες μιας πανεθνικής εκπαίδευσης, είναι φτωχοί αγρότες,πένητες και Έλληνες εργάτες των πόλεων, αναλφάβητες γυναίκες που ζουν κάτω από τον πατριαρχικό ζυγό, νεαρά κορίτσια που, έως τότε, οι κοινωνικές τους παραστάσεις εξαντλούνταν στον οικογενειακό βίο του πατρικού τους και μετέπειτα στις συζυγικές τους υποχρεώσεις, αποκτούν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή από τον Λένιν, τον Τουργκένιεβ μέχρι και τον Κωστή Παλαμά.

Η εκπαιδευτική έκρηξη της δεκαετίας του 1920 δεν είναι μια ανιδιοτελής προσπάθεια της σοβιετικής εξουσίας να ανυψώσει το πνευματικό επίπεδο των πολιτών, ειδικότερα των πιο χαμηλών κοινωνικών τάξεων, παρά το γεγονός ότι αυτό εντέλει υλοποιήθηκε. Είναι ταυτόχρονα μια συντεταγμένη επιχείρηση ιδεολογικής χειραγώγησης και προπαγάνδας μέσω της αναγέννησης των εθνικών γλωσσών και λογοτεχνιών, μέσω της korenizatsiia (Martin, 2001)με σκοπό την εύρεση και σύναψη κοινωνικών συμμάχων, τους οποίους η σοβιετική εξουσία θα χρησιμοποιούσε, για να ασκήσει την παντοδυναμία της μερικά χρόνια αργότερα, την δεκαετία του 1930.      

Παρόμοια με την εκπαίδευση, η ελεύθερη επιλογή της γλώσσας θυσιάζεται για την εργαλοιοποίησή της για πολιτικούς σκοπούς. Έτσι, οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1920, η εφεύρεση ενός νέου απλοποιημένου αλφαβήτου, τοποθετούν την γλώσσα, όπως και την εκπαίδευση, όπως είδαμε προηγουμένως, στην αρένα πολιτικών διακυβευμάτων επιβολής, εξουσίας και πλήρους ελέγχου των κοινωνικών διαδικασιών σε όλη την ελληνική διασπορά.   

 
                                                                                        
                                                                                                            ελληνικό σχολείο στην Τασκένδη
 
 

Η πολιτικής της ελληνικής γλώσσας κι εκπαίδευσης

 

Η εφαρμογή της πολιτικής της korenizatsiia στους Έλληνες, στο επίπεδο της εκπαίδευσης συνιστούσε δύο θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη και η πιο σημαντική, και η οποία θα μας απασχολήσει σημαντικά εδώ, αφορούσε το ζήτημα της γλώσσας (Καρπόζηλος, 1998-1999)και των χρήσεών της στην διδασκαλία, στις εκδόσεις και κατ’ επέκταση στα σχολικά εγχειρίδια. Όμως αυτό είναι απλά η απόληξη μιας γενικότερης πολιτικής αντίληψης σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα.

Παρότι οι άξονες τηςεκπαίδευσης φιλτράρονταν πάντα-και πριν την Επανάσταση, από τις εκάστοτε, ταξικές αναδιαρθρώσεις, κατά τη διάρκεια της ΝΕΠ, η χρήση της ελληνικής γλώσσας υπερτόνιζε την κοινωνική, ταξική διάσταση του γλωσσικού ζητήματος για την, αργότερα, περισσότερο αποτελεσματική αντιμετώπιση των διαφωνούντων, όλων των πολιτικών χρωματισμών. 

Έως και την περίοδο που εξετάζουμε, στην Μαριούπολη, οι ελληνικές διάλεκτοι- μαριουπολίτικη και τουρκοταταρική, θεωρούνταν γλώσσες των απαίδευτων (nekoultournye), των μη εχόντων πρόσβαση στην εκπαίδευση,σε αντίθεση με την ελληνική διανόηση και τις ανώτερες τάξεις οι οποίες προτιμούσαν την ρωσική γλώσσα, η οποία χαρακτηρίζονταν ως η γλώσσα των ελίτ, καθώς, τον 19ο αιώνα, έδινε το προνόμιο στην επικοινωνία με την ρωσική διοίκηση και την ανερχόμενη τότε αστική τάξηΣε αυτό το πλαίσιο, όποιος μιλούσε ρωσικά θεωρούνταν μορφωμένος (Dmitrienko, 2000).

Αντίθετα, σύμφωνα με την αντίληψη ενόςσημαντικού Έλληνα κομμουνιστή διανοούμενου, θύματος έπειτα των σταλινικών διώξεων, του Σάββα Γιάλι,τα ελληνικά της Μαριούπολης (μαριουπολίτικη διάλεκτος) ήταν η γλώσσα των φτωχών, όπως και των γυναικών, οι οποίες, όντας αποκλεισμένες από τον δημόσιο βίο διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την βαριά κληρονομιά της γλώσσας τους.

Η σοβιετική εξουσία αντιμετώπιζε το γλωσσικό ζήτημα στους Έλληνες, όπως και σε όλους τους λαούς- με τα φτωχότερα στρώματα των οποίων ήθελε να βρίσκεται στο ίδιο στρατόπεδο, ομολογουμένως με ωφελιμιστική διάθεση. Η επιμονή για την ευρεία χρήση των ελληνικών σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές συνδηλώσεις της διασποράς εξηγούνταν από την διάθεση προσέγγισης των κατώτερων τάξεων, απαραίτητων συμμάχωνστη διαδικασία του ουσιαστικούελέγχου της εξουσίας στις περιοχές όπου ήταν εγκαταστημένοι ελληνικοί πληθυσμοί.Αυτό αποδεικνύεται από τα ίδια τα σοβιετικά αρχεία,μέσω των οποίων μαθαίνουμε ότι η χρήση των ρωσικών στις συνελεύσεις των σοβιέτ απέτρεπε από τα πιο φτωχά στρώματα να συμμετέχουν, και έτσι, σε μια εποχή που δεν είχε εγκατασταθεί ακόμη ο τρόμος ως καθημερινή πρακτική και υπήρχε ακόμη μια ελάχιστα εγγυημένη ελευθερία στην έκφραση της διαφορετικής-από την κυρίαρχη άποψης, οι ντόπιες, πιο συντηρητικές ελίτ, κέρδιζαν τις πλειοψηφίες (Dmitrienko, 2000)  

Υπάρχει και μια ακόμη όμως, αρκετά ενδιαφέρουσα οπτική, σύμφωνα με την οποία, οι Έλληνες που συμμετείχαν δραστήρια στα επαναστατικά γεγονότα της δεκαετίας του 1910 διατήρησαν την γλώσσα της επανάστασης- την ρωσική, στις πολιτικές διαδικασίες και στον κοινωνική ζωή της δεκαετίας του 1920. Μάλιστα, υπήρχαν γυναίκες, οι οποίες, επιδεικνύοντας έναν υπερβάλλων επαναστατικό ζήλο, δήλωναν ευθέως ότι σύντομα δεν θα χρειάζεται ούτε η ελληνική γλώσσα, ούτε η ελληνική ταυτότητα, γιατί σε λίγο «όλοι θα είμαστε Ρώσοι» (σοβιετικοί)(Dmitrienko, 2000)  

Πέρα από αυτό βέβαια, μην λησμονούμε ότι η ελληνική γλώσσα και παιδεία, η οποία αναπτυσσόταν σταδιακά, καθόλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, με εξαίρεση την δεκαετία του 1860 και τον περίφημο «περιορισμό των πολιτικών προνομίων για τους Έλληνες», τα τελευταία χρόνια της τσαρικής κυριαρχίας (1914-1917), βρέθηκε στο στόχαστρο του ρωσικού εθνικισμού, όπως και όλες οι μη ρωσικές κοινότητες, κι έτσι τα ρωσικά επιβλήθηκαν με την βία σε όλο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτισμικής δραστηριότητας, μέσω της πολιτικής του εκρωσισμού (Ηλιάδου-Τάχου, 2016). Έως τότε, στην Ουκρανία, η εκπαίδευση είχε ελληνικό πρόσημο, και στην εκπαίδευση και στην διδασκαλία, και διεξάγονταν με πρωτοβουλία της εκκλησίας για τα παιδιά των εμπόρων και τους κληρικούς  (Dmitrienko, 2000).

Hαντίληψη λοιπόν ότι η διάθεση προτίμησης της χρήσης της ρωσικής γλώσσας και στην εκπαίδευση, αλλά και στις ευρύτερες πολιτικο-κοινωνικές διαδικασίες είναι έργο «αντεπαναστατικό» που εκπορεύεται από απομεινάρια των πρώην κυρίαρχων ελίτ στην ελληνική ύπαιθρο αποτελεί απλά έναν ευφημισμό: η θέση ότι η ρωσική γλώσσα είναι ανώτερη πολιτισμικά από την ελληνική προωθείται από τους Έλληνες κομμουνιστές, κι αν όχι κομμουνιστές, ιδεολογικά προσκείμενους στην σοβιετική εξουσίαΓεννάται λοιπόν το ερώτημα του αν η γλώσσα μοιάζει να είναι ένα παιχνίδι το οποίο η εξουσία θέλει να διαχειριστεί, ή προϊόν ελεύθερης βούλησης, με την πρώτη υπόθεση να μοιάζει να υπερισχύει.

Άμεσα συνδεδεμένη με την γλώσσα, η δεύτερη μεγάλη μεταρρύθμιση της ΝΕΠ αφορούσε το θέμα της εκπαίδευσης. Δεν αποτελεί ψέμα ότι το εκπαιδευτικό έργο που παρήχθη μέσα σε 10-20 χρόνια στην ελληνική διασπορά της Ρωσίας-ΕΣΣΔ δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Στην διάρκεια της ΝΕΠ άλλαξε εντελώς το πρόγραμμα σπουδών, οι ώρες διδασκαλίας, τα σχολεία μετονομάστηκαν και σταδιακά το διδακτικό προσωπικό άλλαξε κι αυτό με τη σειρά του.

Τα ελληνικά σχολεία, αλλά και τα γενικά σοβιετικά σχολεία θα προσελκύσουν την πλειοψηφία των μαθητών και των νέων της εποχής. 

Στην Σεβαστούπολη της Κριμαίας, το δημοτικό σχολείο αριθμούσε ήδη στα μέσα της δεκαετίας 150 Έλληνες μαθητές, παιδιά «προλεταρίων» (sic),ενώ η διδασκαλία πραγματοποιούνταν και στα ρωσικά και στα ελληνικά (GAARK).

Το 1923 στην Κριμαία λειτουργούσαν ήδη 7 ελληνικά δημοτικά σχολεία, στην Γιάλτα, στο Κερτς, στην Σεβαστούπολη, στην Συμφερόπολη, στο StaryiKrymστην Θεοδωσία, ενώ μόλις σε ένα χρόνο (1924) αυξήθηκαν σε 10 (Krasnyi Krym).Δύο χρόνια αργότερα (1926)ο αναλφαβητισμός στους Έλληνες της Κριμαίας θα μειωθεί στο 38%. 

Στα ελληνικά χωριά της Μαριούπολης, παρατηρείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 αρκετά σημαντική αύξηση των μαθητών. Στην συστάδα των χωριών ΣτίλοΣταρο-Μπέσεβο και Νοβο-Μπέσεβο, αντιστοιχούν 38 μαθητές ανά δάσκαλο. Παρόλα αυτά, σημαντικά προβλήματα παραμένουν: η πλειοψηφία των μαθητών μιλάει την ελληνική διάλεκτο ή την τουρκο-ταταρική, γεγονός που δυσκολεύει τους διδάσκοντες, οι οποίοι ως επί τω πλείστον είναι Έλληνες, όμως ρωσόφωνοι (Dmitrienko, 2000)

Έτσι κρίνεται ως επιτακτική η ανάγκη εύρεσης κι εκπαίδευσης διδακτικού προσωπικού στην ελληνική γλώσσα, ώστε οι μαθητές να συνηθίσουν στην μητρική τους γλώσσα. Ως αποτέλεσμα της grekonizatsiia (ελληνοποίησης),το 1926, το παιδαγωγικό ινστιτούτο της Μαριούπολης υιοθετεί εξ’ όλοκλήρου την χρήση της ελληνικής γλώσσας (Dmitrienko, 2000).

Στα σχολεία και στα τμήματα στα οποία διατηρείται η ρωσική γλώσσα, είτε λόγω της έλλειψης ελληνόφωνων δασκάλων, είτε λόγω φοίτησης και μη Ελλήνων, οι επιδόσεις των ελληνόφωνων μαθητών είναι αρκετά χαμηλότερες από εκεί που οι μαθητές διδάσκονται στην μητρική τους γλώσσα (Dmitrienko, 2000)

Η έλλειψη εγχειριδίων στις διάφορες διαλέκτους της ελληνικής που ομιλούνταν στην διασπορά αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα. Αν αναλογιστούμε ότι οι για τις περισσότερες από αυτές η γραπτή λογοτεχνία ήταν αν όχι δυσεύρετη, σχεδόν ανύπαρκτη, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η προσπάθεια διδασκαλίας τους, έμοιαζε να είναι απλά ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο.Εντούτοις, σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού για το νέο καθεστώς, οι ατέλειες και τα προβλήματα έδειχναν να συγχωρούνται. Πόσο μάλλον όταν ικανότατοι Έλληνες παιδαγωγοί έδειχναν τη θέληση να εμπλακούν στην διαδικασία διαφώτισης των μαζών, όπως ο Μανώλης Μιταφίδης, από τα σημαντικότερα στελέχη του ελληνικού θεάτρου στο Σουχούμι της Αμπχαζίας και μεταφραστής στην ελληνική γλώσσα κειμένων του Τουργκένιεβ και του Τσέχοβ (Grigoriadis, 2009).

Πέρα από την άνθιση των ελληνικών σχολείων, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και οι οίκοι ανάγνωσης (izba-tchitalnye) στα χωριά, εντούτοις, σε πολλούς από αυτούς, δεν υπάρχουν ελληνικά βιβλία, αλλά κυρίως ουκρανικά, γεγονός που καθιστά πολλές φορές μάταιη την καμπάνια επιμόρφωσης φτωχών αναλφάβητων Ελλήνων (Dmitrienko, 2000).

Μερικά στατιστικά στοιχεία: το 1928, σε 30 ελληνικά σοβιέτ της περιοχής της Μαριούπολης αριθμούνται 6 khaty-tchitalnye19αγροτικές καμπάνες (selboud), 11 βιβλιοθήκες, 19 κέντρα εξάλειψης του αναλφαβητισμού, 23 κόκκινες γωνίες-λέσχες ανάγνωσης (krasnyeougolky(Dmitrienko, 2000).

Στο εκδοτικό κομμάτι, μεταφράζονται και διανέμονται χιλιάδες βιβλία στην ελληνική γλώσσα και κυκλοφορούν πολυάριθμες εφημερίδες σε αρκετά μεγάλο τιράζ.

Μέσω της καθολικής εκπαίδευσης, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ιδεολογική προπαγάνδα των νέων, ακόμη και των παιδιών του δημοτικού: οι οργανώσεις των μαθητών-πιονιέρων, πολλαπλασιάζονται και αποτελούν τον προπομπό για την είσοδο των εφήβων στην κομμουνιστική νεολαία (komsomolκαι μετέπειτα στο ΚΚ. Στους πιονιέρους οργανώνεται η πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών, σχεδόν σε όλη την ελληνική διασπορά. 

Αν εξαιρέσουμε τους Έλληνες, οι οποίοι πολέμησαν στον Κόκκινο Στρατό κατά την διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, τα αρχεία (TsGAVOVouVouGADO) μαρτυρούν ότι εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες Έλληνες θα προσχωρήσουν την δεκαετία του 1920 στις τάξεις του ΚΚ, ως αποτέλεσμα της διδασκαλίας του συστήματος μέσα από τα σχολεία. Μέσω αυτών, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις επαναπροσδιορισμού όλων των παραδοσιακών θεσμών των ελληνο-ποντιακών κοινοτήτων, και μεταξύ αυτών, ενός αρκετά σημαντικού, αυτού της πατριαρχίας και των έμφυλων σχέσεων. 

 
                                                                       
                                                                                       κολεκτίβα Ελλλήνων αρτοποιών στο Καρασουμπαζάρ της Κριμαίας
 
 

Το έμφυλο ζήτημα στην γλώσσα και την εκπαίδευση

 

Το έμφυλο ζήτημα είναι ένα από τα πλέον παραμελημένα ζητήματα στην ιστορία των Ελλήνων της ΕΣΣΔ. Ανδροκρατούμενη, πατριωτική, εθνοκεντρική, η κυρίαρχη αφήγηση δεν δίνει χώρο σε έμφυλες αναλύσεις ή τουλάχιστον δεν αναδεικνύει την «γυναικεία πλευρά» της ιστορίας. Ούτε όμως και στις ίδιες τις γυναίκες γίνεται αντιληπτή μια τέτοια οπτική στον ιστορικό χρόνο. Σε μια σειρά συνεντεύξεων που πραγματοποιήσαμε με παλιννοστούσες και μη Ελληνίδες της πρώην ΕΣΣΔ, αντιληφθήκαμε ότι ούτε οι ίδιες αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως ιστορικό, αλλά περισσότερο επιτελεστικό, ως δηλαδή, μέλη μιας κοινότητας ανθρώπων με δικούς τους κοινωνικούς κώδικες και συμβολισμούς (Kataiftsis, 2016).

Καλούμαστε λοιπόν, με την αναφορά στο έμφυλο να εξάγουμε από την λήθη ιστορίες και φαινόμενα, παντελώς αδιάφορα για κάποιους, σημαντικά όμως για εμάς. Οι αναφορές για την κατάσταση των Ελληνίδων στην σοβιετική βιβλιογραφία δεν είναι αρκετές, παρόλα αυτά όχι ανύπαρκτες. Στην Αμπχαζία, οι Ελληνίδες παρουσιάζονται ως καταπιεσμένες, οι οποίες εργάζονται πολύ σκληρά χωρίς να απολαμβάνουν ιδιαίτερα δικαιώματα (Rikhter, 1930). Στην Κριμαία και στην Μαριούπολη υπάρχουν σημαντικές αντιδράσεις για την προοπτική συμμετοχής των γυναικών στον δημόσιο βίο (GAARK)

Την δεκαετία του 1920, η σοβιετική εξουσία αντιλαμβάνεται τις γυναίκες ως ξεχωριστή κοινωνική ομάδα, η οποία παρουσιάζει, στην πλειοψηφία της, τα εξής γενικά χαρακτηριστικά: βρίσκεται πολύ χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία, είναι συνολικά αμόρφωτη, βρίσκεται ακόμη κάτω από τον πατριαρχικό ζυγό. Έτσι, για το νέο καθεστώς, κρίνεται επιτακτική η διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου, πάνω στο οποίο θα λυθούν τα τρία παραπάνω ζητήματα, με σκοπό φυσικά, τον προσεταιρισμό των γυναικείων μαζών στο δρόμο προς την κυριαρχία πάνω σε όλες τις σφαίρες της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής, στην απλή καθημερινότητα.  

     Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ιδιάζουσα: όπως και σε άλλες εθνικές μη-σλαβικές περιοχές, η πλειοψηφία των Ελληνίδων λειτουργεί στα πλαίσια που θέτει η κοινότητα και στους επιβεβλημένους ρόλους που εξυπηρετούν το κοινοτικό συμφέρον. Έτσι, οι σοβιετικοί νεωτερισμοί, δεν έχουν θέση στην κοσμοθεωρία της σοβιετικής Ελληνοπόντιας της δεκαετίας του 1920. Παρόλα αυτά όμως, εξαιρέσεις στον κανόνα υπήρξαν: η πρώτη οδηγός τρακτέρ (traktoristkaτης ΕΣΣΔ, η Πρασκόβια Ανγκελίνα ήταν ελληνικής καταγωγής (Mousatov, 1971).Η Tchamtcheva Melana Ilinitchina, Ελληνίδα από την Τσάλκα της Γεωργίας, υπερασπίστρια των γυναικείων δικαιωμάτων στην περιοχή της, δεν πρόλαβε να δει το έργο της να αποδίδει καρπούς: δολοφονήθηκε το 1924 αφού η δράση της προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους (Tchitlov1992).

Τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εδώ είναι αρκετά ακόμη, παρόλα αυτά, δεν είναι ικανά ώστε να μας επιτρέψουν να κάνουμε λόγο για ευρύ κίνημα χειραφέτησης στις ελληνικές περιοχές, όπως συνέβη σε γειτονικές ρωσικές, ουκρανικές ή γεωργιανές. Εντούτοις, δεν αποτελεί η υπερβολή το γεγονός ότι αν αντιληφθούμε το έμφυλο ζήτημα ως κομμάτι του ευρύτερου κοινωνικού ζητήματος, τότε σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι στη δεκαετία του 1920 έγινε ένα βήμα προς τα μπρος. Η εκπαίδευση αποτέλεσε σίγουρα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τις γυναίκες να βγουν από το σκοτάδι της πατριαρχίας και να αποκτήσουν κοινωνική υπόσταση.

Όπως και σε όλες τις περιοχές της ΕΣΣΔ, έτσι και στις ελληνικές, δημιουργούνται γυναικεία παραρτήματα (zenotdel), κι εκλέγονται οι πρώτες γυναίκες σύμβουλοι στα τοπικά σοβιέτ. Η πιο επιφανής υπήρξε σίγουρα η Άννα Τσιμιάνοβα, μέλος του ΚΚ ήδη από το 1921 και αργότερα πρόεδρος του σοβιέτ του ελληνικού χωριού Μερτσάν. Δικάστηκε κι εκτελέστηκε από το καθεστώς την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου (Χασιώτης, 1997).

Παρά τις ανομοιομορφίες και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της κάθε ελληνικής κοινότητας, η πλειοψηφία των γυναικών ανήκει στην ανερχόμενη μεσαία αγροτική τάξη της δεκαετίας του 1920, η οποία αρχίζει να αποκτά πρόσβαση την εκπαίδευση και να γίνεται φορέας της σοβιετικής παιδείας. Η γλώσσα παραμένει παρόλα αυτά μείζων πρόβλημα. Οι Ελληνίδες στην περιοχή της Μαριούπολης δεν κατέχουν την ρωσική γλώσσα κι ως εκ τούτου παρατηρείται αδυναμία στην προσέγγισή τους από τις γυναικείες οργανώσεις (Dmitrienko, 2000)

Στην αρχή, οι γυναικείες οργανώσεις που δημιουργούνται στις ελληνικές περιοχές στελεχώνονται κυρίως από Ρωσίδες, αλλά και από συζύγους Ελλήνων εργαζομένων, με το ζήτημα της έλλειψης επικοινωνίας λόγω της γλώσσας να παραμένει (Dmitrienko, 2000).

Η επιδίωξη των τοπικών αρχών να σπάσουν οι Ελληνίδες τους δεσμούς της παράδοσης,εντασσόμενες σε πολιτικές διαδικασίες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί την δεκαετία του 1920, τουλάχιστον στις φτωχότερες τάξεις : η πλειοψηφία των γυναικών οι οποίες εντάσσονται στις γυναικείες οργανώσεις είναι σύζυγοι είτε κομμουνιστών, είτε εργαζομένων στις πόλεις.Είτε λόγω μη γνώσης της ρωσικής, είτε λόγω της θέλησης διατήρησης της παραμονής στο χαμηλότερο επίπεδο της κοινωνικής ιεραρχίας που επέβαλλε η χρόνια πατριαρχία, η διάθεση ριζοσπαστικοποίησης απουσιάζει. Η θέση ότι ο ρόλος της ελληνο-πόντιας είναι προδιαγεγραμμένος και εξαντλείται στην υπεράσπιση των συμφερόντων της κοινότητας με σκοπό την διαιώνισή της, θέσηη οποία διατηρείται ακόμη και σήμερα (Τεκτονίδου, 1997), κυριαρχεί και την δεκαετία του 1920.

Και σε αυτή την δεκαετία, αλλά και αργότερα, οι γυναίκες οι οποίες ξεφεύγουν από τον κύκλο της επιστελεστικότητας των ρόλων που επιβάλλουν οι άγραφοι νόμοι της ελληνο-ποντιακής παράδοσης, είναι αυτές που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, με σκοπό είτε τις σπουδές είτε την εργασία εκτός των ελληνικών κοινοτήτων. Εντούτοις, παρά τις κατά τόπους «φυγές», η κυρίαρχη ανθρωπογεωγραφική τάση που παρατηρείται στους Έλληνες, δηλαδή η διαρκήςκαι αέναη αναζήτηση των ιχνών των «δικών τους» [svoi] (Βουτυρά, 2007), δεν διαρρηγνύεται. 

Η έμφυλη διάσταση της «φυγής», αποτελεί ένα θέμα που δεν αφορά την δεκαετία η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσής μας. Παρατηρείται αργότερα, όταν γυναίκες που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, δεν ενσαρκώνουν τις παραδοσιακές ανδρικές «φυγές» για εργασία ως οικονομικοί μετανάστες, οι οποίοι έπειτα επιστρέφουν στην οικογένεια και στην κοινότητα με συλλογικοποιώντας τους καρπούς της δουλειάς, αλλά δράττουν της ευκαιρίας που το ίδιο το σοβιετικό κράτος τους παρέχει, μετατρέποντας τιςδικές τους «φυγές» ως οριστικές. Σε εκείνο και μόνο το στάδιο, επέρχεται η αλλαγή από «ελληνίδα» σε «σοβιετική γυναίκα», ως αποτέλεσμα όχι κάποιας ιδεολογικής τάσης, αλλά ως αποτέλεσμα της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας.  

  

 

Η σοβιετική, η εθνοκεντρική και η ενδιάμεση οπτική

 

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και την επικράτηση της εξουσίας των μπολσεβίκων οι φεουδάρχες και η μεγαλοαστική τάξη των πόλεων ουσιαστικά ισοπεδώθηκε. Στον αγροτικό χώρο, οι μεσαίοι αγρότες αποτελούν πλέον την πλειοψηφία. 

Στις ελληνικές περιοχές, η κατάσταση δεν διαφέρει ιδιαίτερα: η ελληνική αστική τάξη είχε ήδη εγκαταλείψει την Ρωσία μέχρι το τέλος του εμφυλίου, ενώ όσοι παρέμειναν είδαν τις περιουσίες τους να δημεύονται. Οπότε, προς τα τέλη του 1920, αναπτύχθηκε έντονα μια μεσαία αγροτική τάξη, η οποία, χάριν στην σκληρή κι επίπονη εργασία και την χαμηλή φορολογία της περιόδου της ΝΕΠ κατάφερε κι δημιούργησε περιουσίες, οι οποίες παρόλα αυτά, δεν μπορούν επ’ουδενί να συγκριθούν με αυτές της κάποτε ευημερούσας κρατικοδίαιτης και διαπλεκόμενης ενίοτε- με τους ντόπιους Ρώσους αξιωματούχους, ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης που άνθισε προεπαναστατικά. Οι ταξικές διαστρωματώσεις στους κόλπους των ελληνικών κοινοτήτων λίγο έχουν απασχολήσει τους Έλληνες ιστορικούς, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε η ελληνική διασπορά της Μ. Θάλασσας αποτελούσε μια μονολιθική οντότητα, είτε σε οικονομικό, είτε σε κοινωνικό, πολιτισμικό, είτε ακόμη και σε επίπεδο ιδεών, ιδεολογικό. Παρόλα αυτά, παρά τις κατά τόπους εξαιρέσεις (Καταϊφτσής, 2012), δεν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τις σχέσεις μεταξύ των τάξεων ως οξυμένες σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργήσουν ιστορικές ρήξεις, τέτοιες όπως καταγράφηκαν για παράδειγμα τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια στην Ρωσία, αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου (1918-1921).  

Αναλύοντας την σοβιετική βιβλιογραφία,σε πλήθος επίσημων σοβιετικών εγγράφων,η ταξική δείχνει να παραμερίζει όλου του είδους τις αναλύσεις, απολυτοποιώντας την κοινωνική κατάσταση. Η αναφορά στην ανερχόμενη αντιδραστική τάξη των «κουλάκων», οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο από μικροϊδιοκτήτες γης και αγρότες οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι το θεσμικά ελεύθερο εμπόριο της ΝΕΠ, άρχισαν να απασχολούν εργατικό δυναμικό, είναι επαναλαμβανόμενη και θα δημιουργήσει το υπόστρωμα για μια «εκκαθάρισή τους ως τάξη» κατά την διάρκεια του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου της κολεκτιβοποίησης, έπειτα από τα επώδυνα φορολογικά μέτρα για όλους τους ιδιοκτήτες γης στα τέλη της δεκαετίας του 1920, που οδήγησε σε χιλιάδες εξεγέρσεις τις τάξεις των αγροτών.

Όπως και στους Ρώσους, στους Ουκρανούς, και σε όλες τις υπόλοιπες εθνότητες, η αναφορά σε Έλληνες «κουλάκους» είναι επαναλαμβανόμενη και ως εκ τούτου λανθάνουσα, καθώς δημιουργεί εντυπώσεις, όχι απόλυτα σχετικές με την πραγματικότητα. Η σοβιετική αντίληψη για τακοινωνικά υποκείμενα στις ελληνικές περιοχές, αν και περιέχει αρκετές δόσεις αλήθειας, δεν αντικατοπτρίζει την επικρατούσα κατάσταση στην ολότητά της. Σε μια σειρά συνεντεύξεων που πραγματοποιήσαμε από το 2014 έως και το 2017, στην ερώτηση «ποίος είναι ο Έλληνας κουλάκος», λάβαμε από αρκετούς, ηλικιωμένους παλιννοστούντες, την απάντηση, ότι η σοβιετική εξουσία δημιούργησε αυτή την ταυτότητα για να κατηγορήσει μεσαίους αγρότες, οι οποίοι, μέσω σκληρής εργασίας, απέκτησαν περισσότερα χωράφια και υπενοικίαζαν εργαζομένους (batrakiγιατί τα χέρια της οικογένειας δεν έφταναν για την οικονομία του νοικοκυριού. Η εκκαθάριση τους ως τάξη, που ακολούθησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, αποτελεί την πρώτη οργανωμένη επίθεση του σοβιετικού καθεστώτος στις ελληνικές κοινότητες. Θα έμοιαζε αδιανόητο βέβαια να στηριχθούμε σε «κάτι που είπαν κάποιοι κάποτε». Παρόλα αυτά, παρατηρούμε ότι σε ένα γενικότερο πλαίσιο, η δημιουργία μιας μεσαίας τάξης τάξης, η οποία, εκμεταλλευόμενη τις οικονομικές προεκτάσεις της πασίγνωστης φράσης-παρότρυνσης προς τους αγρότες, του Νικολάι Μπουχάριν, μέλους του πολιτικού γραφείου του ΚΚ [«Πλουτίστε!»] (LeMao, 2010), ήταν ένα πραγματικό γεγονός, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι η ελεύθερη εμπορική δραστηριότητα της δεκαετίας μπορεί να γέννησε αυτές τις μορφές ήπιας εκμετάλλευσης εργατικού δυναμικού και γης. 

 

Σε σχέση με το ζήτημα της γλώσσας, σε πλήθος αρχείων αναφέρεται ως παρεκκλίνουσα η τάση προτίμησης της ρωσικής γλώσσας ως συνειδητής επιλογής «αντεπαναστατικών στοιχείων»με σκοπό τον αποκλεισμό των φτωχότερων στρωμάτων από την πολιτική ζωή, η οποία, υπενθυμίζουμε, δεν ελέγχεται αποκλειστικά από τους μπολσεβίκους κατά την διάρκεια της ΝΕΠ. Η παραπάνω συνθήκη παρόλα αυτά δεν είναι νομοτελειακή, στο πλαίσιο που οι ταξικές διαστρωματώσεις στις ελληνικές κοινότητες δεν παρουσιάζουν πολύ μεγάλες αποκλίσεις. Για τις αρχές, υπάρχουν πάντα κάποιοι Έλληνες «κουλάκοι», οι οποίοι μέσω της επιτηδευμένης χρήσης της ρωσικής γλώσσας, επηρεάζουν αρνητικά τα στρώματα των φτωχών και μεσαίων αγροτών, τις γυναίκες αλλά και κομμάτι της διανόησης (Dmitrienko, 2000)

Αν θεωρήσουμε ότι αυτή η κοινωνική ομάδα εδράζει την ύπαρξή της σε μια κοινή ταξική συνείδηση ή οικονομική βάση, ή τουλάχιστον υπάρχει μια ιδεολογική σύμπνοια στους κόλπους της, θα μπορέσουμε να αιτιολογήσουμε το μίσος της σοβιετικής εξουσίας εναντίον της. Εντούτοις, δεν υπάρχει τίποτα από τα παραπάνω, πόσο μάλλον στις ελληνικές κοινότητες. Τουναντίον, οι επονομαζόμενοι Έλληνες κουλάκοι είναι όσοι ενσαρκώνουν προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 υποτυπώδεις μορφές αντιλόγου ή αμφισβήτησης της ιδεολογικής παντοκρατορίας της σοβιετικής εξουσίας. Η κατάχρηση του όρου «κουλάκος», δεν είναι επιταγή των κεντρικών οργάνων του ΚΚΣΕ, αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα μιας ανορθολογικής προσπάθειαςκατανόησης του κόσμου και της κοινωνικής του πραγματικότητας από τις ίδιες τις τοπικές αρχές.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, οι παραπάνω θα μετατραπούν εύκολα σε «εχθρούς του λαού» και θα απολέσουν κάθε πολιτικού δικαιώματος, όπως και τα μέλη των οικογενειών τους. Οι γυναίκες και τα παιδιά των εχθρών του λαού θα βρεθούν στο περιθώριο, με κοινωνικό στίγμα, ενώ η εκπαίδευση, απαραίτητη προϋπόθεση για την επαγγελματική τους ανέλιξη θα αποτελέσει άπιαστο όνειρο (Djoukha, 2006).

Η παιδεία, δωρεάν αγαθό, απλόχερα προσφερόμενο στους σοβιετικούς πολίτες, θα αποτελέσει το κύριο εργαλείο άσκησης πολιτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης και αποκλεισμού από τη σοβιετική εξουσία. Χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες θα γευτούν τους καρπούς της σοβιετικού διαφωτισμού. Άλλοι χιλιάδες θα βρεθούν μόνο στην σκιά του.

 
 
 

Βιβλιογραφία:

 
 

Εγχειρίδια

 

Djoukha, I. (2006). Gretcheskaiaoperatsiia. St-Petersburg: Aleteia

 

DmitrienkoM., SmoliiA.V. (2000).Grekinaoukrainskikhterenakh. Kiev: Libid.

 

Ηλιάδου-Τάχου, Σ. (2016). Ιχνηλατώντας την εκπαίδευση στων «Ελλήνων τις κοινότητες»Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Κυριακίδη.

 

Kataiftsis, D. (2016). Les communautés grecques en URSS (1917-1956) et les questions du genre. Allemagne: Editions Universitaires Européennes. 

 

ΚοτσιώνηςΠ. (1999). ΛαοίκαιπολιτισμοίστηνπρώηνΣοβιετικήΈνωσηΗελληνικήπαρουσίαΑθήνα : Τυπωθήτω.

 

MartinT. (2001). TheaffirmativeactionempirenationsandnationalismintheSovietUnion. (1st ed.). Ithaca and London : Cornell University Press.

 

Mousatov, A. (1971).Pacha Angelina: dokoumentalnaiapovest. (1st ed.). Moscow:MolodaiaGvardiia.

 

Rikhter Z. (1930). V solnetchnoiAbkhaziiiKhevsouretii(1st ed.). Moscow-Leningrad: izdFizkoultouraitourizm.  

 

Tchitlov, D. S. (1992).Tsalkintsy-detiGrouzii. Tbilisi: Zakavkazskievoennyevedomosti.

 

ΤεκτονίδουΚ. (1997). ΗπαρουσίατηςγυναίκαςστονΠόντοΣτοΠΚαϊσίδης (Επιμ.), ΠρακτικάΔ΄ΠαγκοσμίουΣυνεδρίουΠοντιακού Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη, 411-421.

 

Viola, L. (2002). Peasant rebels under Stalin. (1st ed.). Oxford: Oxford University Press.

 

Voutira, E. (2007). Pontic Greeks of the Former Soviet Union diaspora and affinal repatriation (phd). University of Cambridge.

 

Χασιώτης, Ι. (1997). Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Θεσσαλονίκη:UniversityStudioPress.

 

Le Mao, C., Marache, C. (2010). Les élites et la terre: Du XVIe siècle aux années 1930. Paris : Armand Colin.

 
 

Άρθρα– εφημερίδες

 
 

GrigoriadisG. (2009). PedagogLiteratorOutchenyiSoukoumskiiVestnik, 6-13 Μαρτίου, 36

 

ΚαρπόζηλοςΜ., ΚαρπόζηλοςΑ. (1998-1999). ΗεφημερίδαΚολεχτιβιστίςκαιταβιβλίατωνΕλλήνωντηςΜαριούπολης στην δεκαετία του 1930Αρχείον Πόντου, τ. 48, 174-205

 

Καταϊφτσής, Δ. (2012). Έλληνες στην Κριμαία του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, περιοδικό Ιστορικά Θέματα,τ. 119, Οκτώβριος 2012, 64-77

 

KrasnyiKrym

 
 

Αρχειακό υλικό

 

TsGAVOVouVou: Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Ανώτατων Οργάνων Εξουσίας και Διοίκησης της Ουκρανίας

GAARKΚρατικό Αρχείο Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας

GADO : Κρατικό Αρχείο Περιοχής του Ντονέτσκ