Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Γεώργιος Πολυμέρης: ένας Έλληνας περιηγητής στην Κριμαία το 1856

Γεώργιος Πολυμέρης: ένας Έλληνας περιηγητής στην Κριμαία το 1856

 

Ο Γεώργιος Πολυμέρης, με καταγωγή από την Ήπειρο, γεννήθηκε στον Βόλο, περίπου το 1811. Τίποτα δεν είναι γνωστό για την οικογένειά του, εκτός από το ότι είχε τουλάχιστον δυο αδελφούς, τον Αθανάσιο (1910, Βόλος) και έναν ακόμα, κάτοικο Πύργου Ηλείας, το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο. Ο πατέρας τους ονομαζόταν μάλλον Αναστάσιος. Έχασαν νωρίς τους γονείς τους, πιθανότατα κατά την εξέγερση που έλαβε χώρα στο Πήλιο τον Μάιο του 1821. Πολλοί πρόσφυγες, τότε, κατέφυγαν μαζικά το 1822 στην Ερμούπολη της Σύρου. Ανάμεσά τους ήταν και ο Γεώργιος με τον Αθανάσιο.

Ο Γεώργιος φοίτησε σε ελληνικό σχολείο, ίσως και στον Βόλο και στην Ερμούπολη, ενώ και ο αδελφός του, ο Αθανάσιος, σπούδασε την τέχνη της βιβλιοδεσίας στο Βασιλικόν Βιβλιοδετείον που είχε ιδρύσει στην Ερμούπολη ο Όθωνας για τα ορφανά της Επανάστασης. Πιθανότατα στην ίδια σχολή σπούδασε για κάποιο διάστημα και ο Γεώργιος, καθώς αργότερα έγραψε πως είχε αφιερωθεί στην τυπογραφία ήδη από την παιδική του ηλικία. Ο Αθανάσιος παρέμεινε στην Σύρο, όπου έγινε βιβλιοδέτης και από το 1844 ήταν πια γραμμένος στα μητρώα του Δήμου Ερμούπολης. Αντίθετα, ο Γεώργιος κάποια στιγμή – άγνωστο πότε ακριβώς και με ποιόν τρόπο – μετανάστευσε στην Βοστώνη των ΗΠΑ. Μολονότι η μετάβαση και η διαμονή του εκεί δεν πιστοποιούνται από επίσημα έγγραφα, επιβεβαιώνονται, εντούτοις, από διάφορα στοιχεία και μαρτυρίες. Πληροφορίες τρίτων, καθώς και ενδείξεις από κείμενα του ιδίου, οδηγούν στο συμπέρασμα πως σπούδασε νομικά, αλλά είναι άγνωστο εάν αυτό συνέβη στις ΗΠΑ ή αλλού. Είναι γεγονός, πάντως, πως θεωρείτο γλωσσομαθής και κατείχε τουλάχιστον την αγγλική και γαλλική γλώσσα, ενώ φαίνεται πως εκεί απέκτησε εμπειρία στην τέχνη της τυπογραφίας και στον χώρο των εκδόσεων.

Επέστρεψε στην Ελλάδα μάλλον το 1831 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τότε δεν υπήρχαν εκεί ελληνικά τυπογραφεία, αλλά είχε ξεκινήσει την λειτουργία του ήδη από τον Ιούλιο του ίδιου έτους ένα αμερικάνικο, υπό την διεύθυνση Αμερικανών Προτεσταντών ιεραποστόλων, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από φιλέλληνες των ΗΠΑ. Δεν είναι γνωστό εάν υπήρχε σχέση ανάμεσα στους ιεραπόστολους και τον Γεώργιο ήδη κατά την παραμονή του στην Βοστώνη. Τον Φεβρουάριο του 1833, πάντως, ο Αμερικανός διευθυντής επέστρεψε στις ΗΠΑ και στην θέση του διορίσθηκε ο Γεώργιος Πολυμέρης. Το Φθινόπωρο του 1834 έκανε την πρώτη του εκδοτική απόπειρα, ανεξάρτητα από τον αμερικανικό οίκο, τυπώνοντας ένα επτασέλιδο φυλλάδιο, η δράση του ωστόσο δεν είχε συνέχεια. Τον ίδιο χρόνο, ο Πολυμέρης μετέβη ξανά στην Ερμούπολη, μαζί με την αμερικανική επιχείρηση που μεταφέρθηκε. Εκεί, δυο χρόνια αργότερα, το 1836, γράφθηκε κι εκείνος στα μητρώα του Δήμου. Αυτή η κίνηση τού έδωσε την δυνατότητα να λάβει την απαράιτητη άδεια, ώστε να ξεκινήσει την δική του επιχείρηση. Πρώτα φρόντισε να διαφημίσει τα μηχανήματα και τα στοιχεία του, τα οποία είχε παραγγείλει από τις ΗΠΑ και την Γαλλία. Ένα από τα πρώτα βιβλία που τύπωσε, μέσα στον ίδιο χρόνο, ήταν η Γραμματική του Νεόφυτου Βάμβα. Αφού είχε ήδη εγκατασταθεί και πάλι στην Σύρο και το όνομά του έγινε γνωστό, μαθεύτηκε πως ένας ακόμη αδελφός, που παραμένει ανώνυμος, ήταν εν ζωή και κατοικούσε στον Πύργο Ηλείας. Γράφθηκε, μάλιστα, πως έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση με τον Γεώργιο. Δεν υπάρχουν, πάντως, λεπτομέρειες για την υπόθεση αυτή.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Γ. Πολυμέρη για την Κριμαία

 

Λίγο αργότερα, προς τα τέλη του 1836, ο Πολυμέρης εγκατέλειψε την Σύρο για την Αθήνα, όπου εγκατέστησε το πλήρως εξοπλισμένο τυπογραφείο του, επί της οδού Αιόλου (αρ. 17). Ο πρώτος του εκδοτικός καρπός στην Αθήνα, αμέσως μετά την άφιξή του, ήταν η Γραμματική της Ιταλικής Γλώσσης του Ι. Δε-Κιγάλλα. Ο Πολυμέρης, όμως, είχε πιο φιλόδοξα σχέδια. Θεωρούσε την τυπογραφία «το όργανον της λογικής μορφώσεως και της προόδου όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων» και είχε από καιρό συλλάβει την ιδέα να εκδώσει, εκτός από διάφορα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, τα Προλεγόμενα του Κοραή, σε συνεργασία με το Νεόφυτο Βάμβα, καθώς και ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο Η Ανόρθωσις της Πατρίδος! – Σύγγραμμα Ηθικόν, Φιλολογικόν, και Βιομηχανικόν, συνταττόμενον παρά του Κοινού και εκδιδόμενον δις του μηνός υπό Γεωργίου Πολυμέρη. Σχεδίαζε, μάλιστα, να εφαρμόσει ένα σύστημα προεγγραφής συνδρομητών. Και τα δυο σχέδια ματαιώθηκαν, το πρώτο είτε λόγω οικονομικών δυσκολιών είτε λόγω της εχθρότητας της Εκκλησίας προς το έργο του Κοραή, το δε άλλο εξαιτίας νομικών κωλυμάτων. Συν τοις άλλοις, ήταν προφανές ότι η εκδοτική δραστηριότητα στον χώρο της εκπαίδευσης ήταν εκεί καταδικασμένη, λόγω της κυβερνητικής πολιτικής, που απέκλειε τον υγιή ανταγωνισμό. Απογοητευμένος, ο Πολυμέρης επέστρεψε, για μια ακόμα φορά, στην Σύρο, το 1838.

Στην Ερμούπολη πλέον, ο Γεώργιος Πολυμέρης έλαβε την άδεια να πουλά στις Κυκλάδες τα βιβλία που εξέδιδε το Βασιλικό Βιβλιοπωλείο. Παράλληλα, ξεκίνησε να τυπώνει πάσης φύσεως εκπαιδευτικά βιβλία, από ιατρικά μέχριεγχειρίδια για την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας. Ο Πολυμέρης, αν και περιστασιακά μετέφραζε έργα, αρθρογραφούσε σε περιοδικά ή συνέγραφε ο ίδιος βιβλία, συνέχισε την εκδοτική δραστηριότητά του με μεγάλη επιτυχία, όντας ένας από τους πιο γνωστούς τυπογράφους, εκδότες και βιβλιοπώλες της εποχής του στον ελλαδικό χώρο. Συνολικά τύπωσε 101 έργα, από τα οποία τα μισά σχεδόν είναι εκπαιδευτικού χαρακτήρα,κάτι που ο ίδιος εξαρχής επιθυμούσε. Οικονομικά, πάντως, στηριζόταν μάλλον στο εμπόριο βιβλίων παρά στην τυπογραφία και την έκδοση.

Η θρησκεία, η καλλιέργεια του πνεύματος, η απαλλαγή από την διαφθορά και κάθετι σάπιο στο πολιτικό σύστημα και η κοινωνική πρόοδος, όλα αυτά, μαζί με τις διδασκαλίες του Κοραή και τις ιδέες που έρχονταν από τις ΗΠΑ, ερέθιζαν τον Πολυμέρη, που ήταν από την φύση του ανήσυχος και ανοικτός στην γνώση και στις νέες εμπειρίες.

Το 1856 και ενώ είχε μόλις τελειώσει ο Κριμαϊκός Πόλεμος, αποφάσισε να ταξιδέψει για να δει ο ίδιος τα πεδία των μαχών και να γνωρίσει την ιστορική χερσόνησο της Κριμαίας και το εκεί ελληνικό στοιχείο. Ξεκίνησε από την Ερμούπολη, στις 19 Απριλίου.

Η δράση του σταμάτησε, πιθανότατα, στα τέλη του 1857 ή μέσα στο 1858. Εικάζεται πως ο θάνατός του ήταν αιφνίδιος και δεν αποκλείεται να σχετίζεται με το ταξίδι στην Κριμαία, που ίσως επιβάρυνε την υγεία του. Μεταθανάτια, εξεδόθη ένα τελευταίο βιβλίο από τον οίκο του, μάλλον με την πρωτοβουλία και συνδρομή κάποιου φίλου ή συνεργάτη. Ο γιός του, Αναστάσιος, βαπτίσθηκε από τον αδελφό του Γεωργίου, Αθανάσιο. Ο ίδιος είχε και εκείνος έναν γιο, που επίσης ονόμασε Αναστάσιο (καθώς και έναν ακόμα, για τον οποίο γνωρίζουμε πως ακολούθησε τα βήματα του πατέρα και του θείου και έγινε βιβλιοδέτης).

 

Το ταξίδι στην Κριμαία

Ο Γεώργιος Πολυμέρης ξεκίνησε από την Σύρο στις 19 Απριλίου του 1856. Η αλήθεια είναι πως σχεδόν οι μισές από τις σελίδες του βιβλίου (3-38) αναφέρονται στο ταξίδι προς την Κριμαία, αλλά μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Περιγράφει εκτενώς την Σμύρνη και ακόμα εκτενέστερα την Κωνσταντινούπολη, με όλα τα μνημεία και, βέβαια, την Αγία Σοφία, καθώς και την Χάλκη, με την γνωστή θεολογική Σχολή της και τον Βόσπορο. Στις 12 Μαου αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη, αλλά αναφέρεται σε αυτό το δεύτερο μέρος του ταξιδιού του εντελώς επιγραμματικά. Ο Πολυμέρης όχι μόνο στο πρώτο αυτό μέρος του βιβλίου του, όπου περιγράφει το ταξίδι, αλλά και παρακάτω, σχολιάζοντας τα όσα είδε στην Κριμαία, κάνει λόγο για τα δικαιώματα των λαών και των ανθρώπων, την ελευθερία και την ισότητα.

Από την σελίδα 38 του βιβλίου και εξής, ξεκινά η περιγραφή της κριμαϊκής χερσονήσου. Σαρανταοκτώ ώρες ύστερα από την αναχώρηση από την Κωνσταντινούπολη, το πλοίο έφθασε στο λιμάνι του Καμίς, όπως γράφει. Πρόκειται για τον κόλπο Kamyshovaja [Камышовая] (bukhta)[бухта]. Την εποχή εκείνη (1854-1855) στάθμευε εκεί ο γαλλικός στόλος και οι Γάλλοι ανήγειραν έναν μικρό οικισμό (Kamesh’), από τον οποίο ονομάσθηκε και ο κόλπος. Για το παρακείμενο λιμάνι του Καζάζ, όπως το αναφέρει, σημειώνουμε πως πρόκειται για τον κόλπο Kozachja(bukhta) [Казачья бухта], ο οποίος έλαβε την ονομασία αυτή από την φρουρά Κοζάκων που είχε τοποθετηθεί εκεί κατά την δεκαετία του 1770. Αφού λοιπόν περιγράψει το λιμάνι του Καμίς, καθώς κι εκείνο του Καζάζ, με τα 500 περίπου πλοία, κυρίως φορτηγά, ο Πολυμέρης αναφέρεται στους εκεί Ρώσους στρατιώτες και την ευγενική συμπεριφορά τους. Τούς συνάντησε και αλλού, όπως στο Σύβερνον (πιθανότατα εννοεί την περιοχή Severnajastorona [Северная сторона], δηλαδή το βόρειο τμήμα της πόλης της Σεβαστόπολης [Севастополь], όπου και το φρούριο στο ύψωμα, που κτίσθηκε το 1807-1811. Η περιοχή εκείνη κατά τον 18ο αιώνα αποτελούσε ιδιοκτησία του γνωστού και στην νεοελληνική ιστορία για την ανάμειξή του στα Επτάνησα ναυάρχου Θ. Ουσακώφ). Εκεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, Γάλλοι, Άγγλοι και Ρώσοι στρατιώτες γλεντούσαν μαζί και μοιράζονταν την ίδια αποστροφή για τους Τούρκους. Η παρατήρηση αυτή του Πολυμέρη (σ. 41) ως αυτόπτης μάρτυρας δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί, αν αναλογισθεί κανείς για ποιόν λόγο έγινε ο πόλεμος και ποιοί αποτελούσαν τις αντίπαλες πλευρές, αλλά αναμφίβολα δεν μπορεί και να αμφισβητηθεί. Δεν αποκλείεται οι Γάλλοι και Άγγλοι στρατιώτες να εκτελούσαν απλά εντολές, κάτι εντελώς ξεχωριστό από τα προσωπικά αισθήματά τους. Οι δε Ρώσοι, ως ηττηθέντες, ήτανκατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένοι να ανέχονται τους νικητές. Η παρατήρηση, βέβαια, του Πολυμέρη πως οι Άγγλοι και Γάλλοι ήταν οικονομικά ευκατάστατοι συγκριτικά με τους Ρώσους ομόλογούς τους μάλλον απέχει από την πραγατικότητα: οι απλοί στρατιώτες διόλου δεν είχαν περίσσευμα. Μάλλον αξιωματικούς συνάντησε ο περιηγητής, οι οποίοι ενδεχομένως έπαιρναν κάποιο σεβαστό μισθό.

 

DSC01055

Η τοποθεσία Μαλαχόβ (1855-1856)

 

Παρά την δυστυχία του, ωστόσο, ο Ρώσος στρατιώτης αλλά και ο χωρικός αισθάνονται υπεροχή έναντι των Τατάρων, τους οποίους έχουν κάθε δικαίωμα να κακομεταχειρισθούν. Αυτή είναι η εμπειρία του Πολυμέρη, η οποία εν μέρει δικαιώνεται από την ίδια την Ιστορία.

Κατόπιν, περιγράφει πλούσιες, απέραντες καλλιερημένες εκτάσεις («κήπους»), οι οποίες, κατά τα λεγόμενά του, ανήκαν σε Έλληνες. Από εκεί, διασχίζοντας τον ποταμό Μπελμπέκ [Белбек] και με πορεία προς βόρεια – βορειοανατολικά, έφτασε στο Μπαξέ Σεράι ή Μπαχτσισαράι [Бахчисарай], πρωτεύουσα του Χανάτου της Κριμαίας, από τον 16ο έως και τον 18ο αιώνα και την προσάρτηση της χερσονήσου στη Ρωσία. Μολονότι παλαιότεροι περιηγητές μαρτυρούν πως η πόλη διέθετε όμορφα κτίσματα, ο Πολυμέρης μάλλον απογοητεύθηκε, συναντώντας ως επί το πολύ χαλάσματα και φτωχικά Ταταρικά σπίτια. Η πόλη, μάς πληροφορεί (σσ. 44-45), έχει περίπου 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων περί τις 2.000 είναι οι Ρώσοι, 300 Έλληνες (προερχόμενοι κυρίως από την Μπαλακλάβα), μερικοί Εβραίοι και όλοι οι υπόλοιποι Τάταροι. Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη πόλη ποτέ δεν αποτέλεσε εστία Ελλήνων, όπως οι παραθαλάσσιες πόλεις της χερσονήσου. Εντούτοις, οι λιγοστοί αυτοί κάτοικοι της άλλοτε πρωτεύουσαν ομιλούν, κατά τον περιηγητή, άπταιστα την ελληνική γλώσσα, οι γυναίκες τηρούν αυστηρά τα ελληνικά έθιμα και την σεμνότητά τους, οι δε άνδρες υπηρετούν στον ρωσικό στρατό κυρίως ως βαθμοφόροι (σ. 45).

Επόμενος σταθμός του Πολυμέρη η Συμφερόπολη, πόλη την οποία διακρίνει σε δυο τομείς, τον (παλαιό) ταταρικό με τα άθλια, φτωχά οικήματα και τον (νέο) ρωσικό με την αυστηρή, πολυτελή δόμηση, τους περιποιημένους κήπους και τους άνετους δρόμους. Σύμφωνα με την στατιστική του περιηγητή, ο πληθυσμός της Συμφερόπολης ήταν περίπου 40.000 κάτοικοι, εκ των οποίων 12.000 Ρώσοι, 2.000 Έλληνες [1], λιγοστοί Αρμένιοι και ακόμα λιγότεροι Εβραίοι και όλοι οι υπόλοιποι Τάταροι. Σημαντικές δε πληροφορίες παρέχει ο Πολυμέρης για την εκεί ελληνική κοινότητα: οι Έλληνες εκκλησιάζονται στο ναό του Αγίου Γεωργίου, ενώ στο παρακείμενο ελληνικό δημοτικό σχολείο [2] φοιτούν περίπου 50 μαθητές, γόνοι ελληνικών αλλά και ρωσικών οικογενειών, υπό δάσκαλο Έλληνα. Επιπλέον, υπήρχε και (ελληνικό;) γυμνάσιο, υπό την διεύθυνση κάποιου Δημαράτου, το οποίο, δυστυχώς, έπαυσε τη λειτουργία του λόγω του πολέμου (σ. 47).  Η πόλη σφύζει από ζωή, μουσική ακούγεται στους κήπους, ενώ στις κοινωνικές δραστηριότητες, εκτός από τους ενεργητικότατους Ρώσους και ιδίως τις Ρωσίδες (κατά τον Πολυμέρη πάντα), συμμετείχαν και οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Την αντίθετη εικόνα δίνει το μεγάλο νοσοκομείο της πόλης, που γέμισε από σώματα τραυματιών πολέμου, δύστυχων και ετοιμοθάνατων.

 

 

Σοκάκι στο Μπαχτσισαράι, 1915

 

Κατόπιν, ο Πολυμέρης προχωρά σε σχόλια επί του πολέμου, ιδίως από την πλευρά των Ρώσων. Διαπίστωσε, πιθανότατα μέσω ντόπιων πληροφοριοδοτών, πως η διαφθορά ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της ήττας (σσ. 48-49). Όσον δε αφορά στις απόψεις των Ρώσων περί του χειρισμού του πολέμου, ο Πολυμέρης διακρίνει δυο παρατάξεις: την φιλική προς τον Αλεξάντρ Σεργκέεβιτς Μένσικοφ (τον οποίο αναφέρει ως Μετζικώφ) και την προσκείμενη προς τον Μιχαήλ Ντμίτριεβιτς Γκορτσακόφ, που υποστηρίζουν ή επικρίνουν τις αποφάσεις των δυο ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων, ιδίως δε σχετικά με την εγκατάλειψη συγκεκριμένων θέσεων ή την μη επιμονή ως προς την κατάληψη εχθρικών. Αγνοούμε εάν οι υποτιθέμενες μαρτυρίες περί του πολέμου προέρχονται πράγματι από τα χείλη Ρώσων αξιωματούχων ή εάν προέκυψαν από ποικίλες σημειώσεις του Πολυμέρη για τον πόλεμο και την έκβασή του. Γενικά, πάντως, δεν κατονομάζει τους πληροφοριοδότες του (π.χ. «με είπεν Άγγλος τις στρατιώτης...»).

Αφήνοντας την Συμφερόπολη, ο Πολυμέρης κατευθύνθηκε ξανά προς τα νότια, στην πόλη Μπαλακλάβα, στα νοτιοανατολικά της Σεβαστόπολης. Χρειάστηκε να διασχίσει τα φημισμένα ιστορικά βουνά της νότιας Κριμαίας, καθώς και τους ποταμούς Κάτσα [Кача] (Kacha, τον αναφέρει ως Κατζή) και Τσόρναγια [Черная] (Chjornaja, τον αναφέρει ως Τζερνάγια), περνώντας από τους τόπους όπου διεξήχθησαν σκληρές μάχες μεταξύ των Ρώσων και των αντιπάλων τους. Περαστικοί δε Άγγλοι αξιωματούχοι τού περιέγραψαν λεπτομερώς τις μάχες.

Φθάνοντας στην Μπαλακλάβα, ο περιηγητής μάλλον ενθουσιάστηκε από το λιμάνι και το παλαιό φρούριο, απογοητεύθηκε δε από την παρουσία πλήθους απατεώνων. Αν και μικρό, το λιμάνι της πόλης ήταν θαυμάσια οργανωμένο, ιδίως χάρη στους Άγγλους, ώστε άνθρωποι και αγαθά διακινούντο διαρκώς με σχετική ευκολία. Αλλά και εδώ υπάρχει μια ελληνική ιστορία: από 900 άρρενες Έλληνες (προερχόμενους από τον κυρίως ελλαδικό χώρο) που εγκαταστάθηκαν εκεί επί Αικατερίνης Β’ με τις οικογένειές τους και υπηρέτησαν στο ρωσικό στρατό [3] δεν έμειναν παρά 500.

 

 

Χερσόνησος, φώτο του 1856-1857

 

 

Από την Μπαλακλάβα και ακολουθώντας όχι τον παράκτιο δρόμο αλλά ορεινά μονοπάτια, ενίοτε μέσα από στρατόπεδα των Άγγλων, ο περιηγητής κίνησε, συνοδεία φιλότιμου Άγγλου στρατιώτη, για την επιστροφή στη Σεβαστόπολη. Περιττό να αναφέρουμε πως συνέλεξε πλούσιο υλικό τόσο για τις μάχες καθαυτές όσο και για τις οχυρώσεις των Γάλλων κυρίως αλλά και των Άγγλων. Η περιγραφή της περιοχής Μαλάχοφ (ρωσ. Malakhov, γαλλ. Malakoff), όπου διεξήχθησαν οι περίφημες μάχες τον Σεπτέμβριο του 1855 είναι λεπτομερέστατη.Το ίδιο εκτενής είναι και η περιγραφή του κόλπου της Σεβαστόπολης και του μεγάλου λιμανιού. Εντύπωση τού προκάλεσε η οικτρή κατάσταση στην οποία είχαν περιπέσει τα ερείπια της αρχαίας πόλης (σσ. 61-62), τα οποία πάντως σήμερα έχουν σε μεγάλο βαθμό αποκατασταθεί και εκτίθενται εν είδει αρχαιολογικού πάρκου. Ενθουσιάστηκε δε από την φύσει οχυρή θέση του Ρεδάν όπως το ονομάζει (Ρεντάν, από τον γαλλικό όρο redan, που δηλώνει οχυρωματικό τύπο με τεθλασμένη διάταξη, προμαχώνες σε σχήμα V), περιοχή όπου παρά την σχετικά μικρή συμβολή των Ρώσων στην οχύρωση αυτή καθαυτή, οι απώλειες των συμμαχικών δυνάμεων στην προσπάθεια κατάληψής της (επειδή ήταν «κλειδί» για την ίδια την Σεβαστόπολη) ανήλθαν σε αρκετές χιλιάδες.

Η αφήγηση του Γεωργίου Πολυμέρη για το ταξίδι του στην Κριμαία ολοκληρώνεται με ιδιαίτερα συναισθηματικό τρόπο. Ο Άγγλος στρατιώτης που τον συνόδευε έπρεπε να επιστρέψει στη μονάδα του. Ωστόσο, υπερήφανος, προτίμησε να τιμωρηθεί δια της απουσίας του παρά να εγκαταλείψει τον ξένο σε άγνωστο και αφιλόξενο τόπο. Τον οδήγησε ως τον κόλπο του Καμίς, όπου το λιμάνι για την αναχώρησή του. Για τον λόγο αυτό, ο Πολυμέρης αυτή τη φορά ένιωσε και έκρινε πως είναι απαραίτητο να δώσει στη δημοσιότητα το όνομα του ανθρώπου που τον βοήθησε: Joseph Bulsmore (1st Infantry Division, Coldstream Guards).

 

 

          Ταξιδιωτική λογοτεχνία στην Κριμαία και η ελληνική παρουσία

Όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, ο Πολυμέρης,πλάι στην γενική αφήγηση που προκύπτει από την ταξιδιωτική εμπειρία στην Κριμαία, αφήνει και αρκετές πληροφορίες για τους Έλληνες. Και δεν είναι βέβαια ο μόνος. Ο ταξιδευτής από την Ήπειρο, έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά περιηγητών που επισκέφτηκαν την χερσόνησο και οι οποίοι, περισσότερο ή λιγότερο, αφιερώνουν συνοπτικά δείγματα γραφής για τους Έλληνες κατοίκους της. Η Elizabeth Craven, Βρετανίδα συγγραφέας και ταξιδευτής, αφού επισκέφτηκε την Πετρούπολη και την Μόσχα, κατέφτασε στην Κριμαία την περίοδο 1785-1786, λίγο πριν ξεσπάσει ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787). Στο βιβλίο της «A Journey Through the Crimea» περιγράφει την ιστορία της χερσονήσου και τους λαούς οι οποίοι την κατοίκησαν στο πέρασμα των αιώνων. Από την Χερσώνα (Σεβαστόπολη) στο Περεκόπ περιγράφει τις αρχιτεκτονικές συνήθειες, οικίες, πρόσωπα και πράγματα. Η Βρετανίδα επισκέφτηκε το Μπαχτσισαράι, τη Σεβαστόπολη, το Σουντάκ (η μεσαιωνική πόλη Σουγδαία), τοποθεσίες στις οποίες, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές της, μαρτυρείται η έντονη παρουσία της μουσουλμανικής ταταρικής κοινότητας, αλλά και των Κοζάκων, χωρίς παρόλα αυτά να γίνεται αναφορά σε οργανωμένη ελληνική παρουσία.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Jean Baron de Reuilly θα επισκεφτεί την Κριμαία και, συνεισφέροντας με την σειρά του, στην τοπογραφία της περιοχής, αναγνωρίζει το χωριό Partenit [Партенит] (ο μεσαιωνικός οικισμός Παρθενίται) ως ελληνικό, καθώς και τα χωριά Magarateh και Marssanda τα οποία ίδρυσαν Έλληνες έποικοι από την Μαριούπολη. Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην Αούτκα [Аутка], ελληνικό ψαροχώρι στην νότια Κριμαία. Ο Chevalier de Gamba, πρώην πρέσβης του Βασιλιά της Γαλλίας (Λουδοβίκος 18ος) στην Τιφλίδα, βρέθηκε στην χερσόνησο έπειτα από δύο περίπου δεκαετίες. Αναφέρει ότι στην Σεβαστόπολη οι Έλληνες αποτελούν την μεγαλύτερη μειονοτική ομάδα, η οποία ασκεί κυρίως την εμπορική δραστηριότητα. Ο Gamba  καταρρίπτει τον μύθο της ενδογαμίας στους Έλληνες όταν αναφέρει ότι οι ελληνίδες, χάρις στην εξωτική ομορφιά τους, συνάπτουν γάμους με αξιωματικούς του ρωσικού στόλου (πρόκειται μάλλον για τον περίφημο στόλο της Μαύρης Θάλασσας), διατηρώντας κατά αυτόν τον τρόπο την ταξική συνοχή των οικογενειών τους.   

Ο Anatole De Demidoff επισκεπτόμενος λίγα χρόνια αργότερα την χερσόνησο (1837) πραγματοποιεί αναφορές σε Έλληνες, χωρίς όμως να εκφράζεται με θετικό πρόσημο γι' αυτούς, τουλάχιστον για  τους λιγοστούς της Συμφερόπολης, οι οποίοι επιδίδονται σε παράνομες κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον De Demidoff, στην Συμφερόπολη υπάρχουν τρεις ελληνικές εκκλησίες ενώ από μία στο Καρασουμπαζάρ και στην Θεοδοσία. Στην τελευταία υπάρχει σημαντική ελληνική παρουσία, εύπορη κατά την περιγραφή του, ενώ, όπως και ο Chevalier de Gamba, δεν παραλείπει να σχολιάσει τις ελληνίδες, τις οποίες και χαρακτηρίζει όμορφες και κοκέτες.

 

 

Η τοποθεσία (κόλπος) Severnaia, 1855-1856

 

 

Οι παραπάνω περιγραφές έρχονται να επιβεβαιώσουν τα τεκμήρια που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ιστορικοί αναφορικά με τις ελληνικές παροικίες της Κριμαίας των τελών του 18ου αιώνα, οι οποίες δημιουργήθηκαν από έμπορους και μετέπειτα ευεργέτες πολλών διαφορετικών περιοχών της. Σημαντικές αναφορές γίνονται για τον ελληνισμό της Μπαλακλάβα,όπου καιοργανώθηκε το φημισμένο «ελληνικό τάγμα της Μπαλακλάβα» (1797), χωρίς να σημαίνει αυτό βέβαια ότι όλοι οι Έλληνες ήταν αναμεμιγμένοι με πολεμικές και στρατιωτικές δραστηριότητες.

Από παλαιότερα όμως, ήδη πριν την πτώση του χανάτου της Κριμαίας, οι Έλληνες αριθμούσαν πάνω από 80 οικισμούς. Τότε βέβαια, οι ελληνικές παροικίες δεν ήταν κατεξοχήν εμπορικές, καθώς οι περισσότεροι ασχολούνταν, ως επί τω πλείστον, με την κτηνοτροφία, το ψάρεμα, την ανθοκομία και τα αμπέλια. Σύντομα όμως, τα συνεχή μεταναστευτικά ρεύματα προς την χερσόνησο ενδυνάμωσαν και μεταμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ελληνική παρουσία. Από το 1775, Έλληνες έμποροι, αλλά και απλοί κάτοικοι των αιγαιοπελαγίτικων νησιών ξεκίνησαν να μεταναστεύουν στην Κριμαία, κυρίως στο Κερτς (το αρχαίο Παντικάπαιον) και στο Γενίκαλε. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν νέοι μετανάστες από την Κεφαλονιά αλλά και πρόσφυγες από την ανατολική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λίγα χρόνια αργότερα, Έλληνες έμποροι από την περιοχή της Μαριούπολης επέστρεψαν στην Κριμαία  (προφανώς για να ξαναβρούν την τύχη τους μετά τον πόλεμο) και επανεγκαταστάθηκαν στην Θεοδοσία και στο Καρασουμπαζάρ. Την ίδια περίπου περίοδο (αρχές του 19ου αιώνα) θα φτάσουν στην χερσόνησο και κάτοικοι από την βόρεια Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, αλλά και Ελληνοπόντιοι από την Ανατολία. Το 1829-1831 εποικούν την περιοχή της Θεοδοσίας Έλληνες και Βούλγαροι από την Θράκη. Έως τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και θα επισκεφτεί την Κριμαία ο Πολυμέρης, οι Έλληνες της Κριμαίας, ανομοιογενείς, ως προς την καταγωγή, εθνική ή ταξική, είναι ήδη δεκάδες χιλιάδες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ταξιδιωτικές μαρτυρίες, ή «ημερολόγια ταξιδίου» μπορούν να προσφέρουν μια συνοπτική εικόνα της ζωής και της καθημερινότητας, παρόλα αυτά προκαλούν την δυσπιστία των ιστορικών σχετικά όταν συναντούν πιθανές αναφορές σε στατιστικά πληθυσμών και λεπτομέρειες σχετικές με ποσοτικά δεδομένα. Εντούτοις, ο Πολυμέρης αποφεύγει αυτή την οδό και προσφέρει μια πολύ προσωπική εικόνα της κατάστασης μιας Κριμαίας αμέσως μετά τον πόλεμο, απογυμνωμένη από βερμπαλισμούς και λογοτεχνικές αβρότητες, χωρίς να κρύβει βέβαια τα συναισθήματα που του γεννιούνται από την θέα τόπων και προσώπων. Αν στην ιστορική επιστήμη χωρά η ταξιδιωτική περιγραφή, αυτή του Πολυμέρη ανήκει στα πιο έξοχα δείγματα της και προσθέτει ένα μικρό λιθαράκι στην τοπογραφία της πολύπαθης χερσονήσου.

 

Σημειώσεις

[1] Σύμφωνα με άλλη πηγή, ρωσικό οδηγό της Κριμαίας, ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων στη χερσόνησο το 1855 ήταν μόλις 2.648 ψυχές (Крым, с Севастополем, Балаклавою и другими его городами. Сописание мрек, озер, гор и долин; сего историей, жителями, их нравами и образом жизниσ. 41). Ο δε συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 15.875 άτομα (στο ίδιο, σ. 97). Είτε λοιπόν οι Ρώσοι συντάκτες σφάλλουν (εσκεμμένα ή άθελά τους) ως προς τον αριθμούς είτε ο Πολυμέρης υπερβάλλει για την συγκεκριμένη πόλη.

[2] Ο παραπάνω ρωσικός οδηγός (σ. 95) αναφέρει πως το ελληνικό σχολείο της πόλης ιδρύθηκε το 1841.

[3] Ο ίδιος ρωσικός οδηγός (σ. 48) αναφέρει πως οι Έλληνες της Κριμαίας γενικά διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: όσους ασχολούνται με το εμπόριο και την βιοτεχνία και όσους υπηρετούν στον στρατό. Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσονται εκείνοι που μετανάστευσαν στην Κριμαία επί Αικατερίνης Β’.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αβδάλη Α., Γεώργιος Πολυμέρης: ένας λόγιος τυπογράφος από την Ήπειρο (1811;-1858;), Δωδώνη. Επιστημονική Επετηρίς του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 21 (1992), σσ. 385-413

Πολυμέρης Γ., Περιήγησις εν Κριμαία μετά ημερολογίου, Ερμούπολη 1856

Крымс СевастополемБалаклавою и другими его городамиСописание мрекозергор и долинсего историейжителямиих нравами и образом жизни, Изд. Кораблева и Сирякова, 1855

О.А. Габриелян, М.А. Араджиони, Кросс-культурнаяадаптация. Этническая история Крыма. Культура мира, Симферополь, 2002

Арш Г.Л., "Греческая эмиграция в Россию в конце XVIII - начале XIX в., Советская Этнография, Νο. 3, Маи - Юни 1969, σελ. 85-96

Craven Elizabeth, A Journey through the Crimea to Constantinople…, London (G.G.J. and J. Robinson), 1789

Anatole de Demidoff, Travels in Southern Russia and the Crimea, London(John Mitchell), 1855

Jean Baron de Reuilly, Voyage en Crimée et sur les bords de la Mer Noire, pendant l'année 1803, Paris (Bossange, Masson et Besson), 1806

Gamba J.-F., Voyage dans la Russie méridionale et particulièrement dans les provinces situées au-delà du Caucase fait depuis 1820 jusqu’en 1824, 2e édition, τ. 1, Paris, 1826

 

Οι εικόνες προέρχονται από το βιβλίο Крым в прошлом в старых фотографиях / Eski fotoğraflarda bir zamanlar Kırım (επιμ. Д. Д. Васильев, Г. В. Вацлавовна, Х. Кырымлы), εκδ. Atatürk Kültür, Dil ve Tarih Yüksek Kurumu – Türk Tarih Kurumu Yayınları XXI. Dizi– Sa. 9, ISBN: 975-16-1862-2, Ankara 2006 (XLI + 254 σσ., δίγλωσση έκδοση: τουρκική και ρωσική) [βλ. βιβλιοπαρουσίαση: http://slavologos.com/index.php/bookreviews/24-2015-12-19-20-41-29]

 

Το βιβλίο του Πολυμέρη μπορείτε να το βρείτε εδώ.

 

Παντελής Χαραλαμπάκης 

Δημήτρης Καταϊφτσής