Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Ένα μικρό οδοιπορικό στην «χώρα των ψυχών»

Όταν αποφάσισα να επισκεφτώ την Αμπχαζία το καλοκαίρι που μας πέρασε (Ιούνιος 2016), για μια σειρά συνεντεύξεων με τους εναπομείναντες Έλληνες της μικρής Δημοκρατίας, γνώριζα ήδη αρκετά για την ιστορία της, τους κατοίκους και τις τοποθεσίες της, για τα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία της στον χρόνο. Παρόλα αυτά, η επιτόπια έρευνα έχει άλλη χάρη. Ανοίγει νέους ορίζοντες, μας κάνει συχνά να αναθεωρούμε παγιωμένες αντιλήψεις, δημιουργεί νέους τόπους στο φαντασιακό μας πεδίο, καθιστά πολλές φορές την ιστορία ένα παιχνίδι ερμηνειών, μια καταγραφή του παρελθόντος μέσα από τα φαντάσματα του παρόντος.

Για την πραγματοποίηση του οδοιπορικού μου στην Αμπχαζία χρειάστηκε μια μακρά γραφειοκρατία, κοστοβόρα σε χρόνο και χρήμα. Για έναν Έλληνα, η είσοδος στην αυτοανακηρυγμένη ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αμπχαζίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι ελάχιστοι σήμερα αυτοί που επιλέγουν την Γεωργία για να εισέλθουν στη χώρα, λόγω των  ακόμη τεταμένων σχέσεων των δύο χωρών. Για την Γεωργία, αλλά και για την πλειοψηφία των κρατών του κόσμου, η Αμπχαζία αποτελεί ακόμη κομμάτι της πρώτης. Τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Engouri. 

 

 

Αυτό το σύνορο επιλέγουν να περάσουν κατά κύριο λόγο, οι κάτοικοι των νότιων περιοχών της Αμπχαζίας, όπου το γεωργιανό στοιχείο είναι ακόμη ισχυρό, όταν θέλουν να ταξιδέψουν στην Γεωργία. Τα δύο checkpoint (αμπχάζικο/ρωσικό και γεωργιανό) που βρίσκονται στις δύο όχθες του ποταμού δεν δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην μετακίνηση των κατοίκων των δύο πλευρών των συνόρων. Για τους τουρίστες, ερευνητές, δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους οι οποίοι θέλουν να περάσουν τα νότια σύνορα, δεν ισχύει το ίδιο. Ακόμη κι αν κάποιος αποφασίσει να δοκιμάσει και να καταφέρει να περάσει από τον αυστηρό έλεγχο των γεωργιανών αρχών, οι αρχές της Δημοκρατίας της Αμπχαζίας, τον υποχρεώνουν, αφού ολοκληρώσει την επίσκεψή του, να φύγει από την χώρα από το ίδιο σημείο εισόδου. Η επιστροφή όμως στην Γεωργία αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις γεωργιανές αρχές, το οποίο συνοδεύει κι ένα βαρύ χρηματικό πρόστιμο. Αυτό ισχύει στο 99% των περιπτώσεων. Από τις υπόλοιπες Δημοκρατίες του Καυκάσου, που ανήκουν στην Ρωσική Ομοσπονδία δεν υπάρχει εύκολη πρόσβαση, καθώς τα βουνά του Καυκάσου χωρίζουν την Αμπχαζία με την B. Οσετία, την Καμπαρντινο-Μπαλκαρία και την Τσερκασία. Το σύνορο το οποίο επιλέγει η συντριπτική πλειοψηφία είναι το Σότσι, από όπου χιλιάδες Ρώσοι τουρίστες περνούν στην Αμπχαζία, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, για να επισκεφτούν τις γραφικές τοποθεσίες της μικρής Δημοκρατίας. Αυτά τα σύνορα θα περνούσα κι εγώ.

Το δεύτερο κομμάτι της προετοιμασίας του ταξιδιού αφορούσε την έκδοση τριών διαφορετικών βιζών, οι οποίες μου κόστισαν περίπου 200-300 ευρώ. Αφότου απορρίφθηκε, για άγνωστο λόγο, το αίτημα μου, για έκδοση διπλής ρωσικής βίζας (εισόδου- εξόδου), έπρεπε να βγει αρχικά μια βίζα μονής εισόδου, η οποία και θα αχρηστευόταν μετά την είσοδο μας στην Αμπχαζία. Για να φύγω από τη χώρα θα έπρεπε να απευθυνθώ στην ρωσική πρεσβεία στο Σουχούμι, για να υποβάλλω τα απαραίτητα έγγραφα για την έκδοση μιας νέας βίζας εισόδου στη Ρωσία. Έτσι και έγινε. Στο τέλος του οδοιπορικού μου στην Αμπχαζία, είχα δικαίωμα παραμονής 24 ωρών σε ρωσικό έδαφος, οι οποίες, οριακά μου έφτασαν για να ταξιδέψω, πολύ νωρίς το πρωί, από το Σουχούμι στο Σότσι, από το Σότσι στη Μόσχα και από εκεί στο Κισινάου της Μολδαβίας, αργά το βράδυ της ίδιας μέρας.

Η έκδοση άδειας παραμονής στην Αμπχαζία από τις αρχές της χώρας είναι καλό να πραγματοποιείται αρκετά πριν την πραγματοποίηση του ταξιδιού, καθώς οι αμπχάζικες αρχές καθυστερούν, πολλές φορές σημαντικά, να προχωρήσουν στην έκδοση βίζας. Από τη στιγμή της έγκρισης της αίτησης για άδεια εισόδου στη χώρα, οι αρχές χορηγούν ένα επίσημο έγγραφο, το οποίο οφείλει ο κάτοχός του, να επιδείξει στον τελωνειακό έλεγχο. Να σημειωθεί ότι, στον τελωνειακό έλεγχο, αφότου εγκατέλειψα το ρώσικο έδαφος δεν μου ζητήθηκε αυτό το έγγραφο, παρά μόνο το διαβατήριό μου. Το μόνο που έμεινε ήταν και η έκδοση βίζας, την οποία πραγματοποίησα στο Σουχούμι, πρωτεύουσα της Αμπχαζίας, με την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών. 

 

Αφότου έφτασα στο Σότσι, πήρα από το αεροδρόμιο ένα μικρό λεωφορείο το οποίο με άφησε έως τον τελωνειακό έλεγχο με την Αμπχαζία, κι αυτό που έμενε ήταν να περάσω τα σύνορα και να εισέλθω στη χώρα. Αφότου πέρασα τον έλεγχο, βάδισα 200-300 μέτρα πάνω σε μια γέφυρα, και σταμάτησα για τον δεύτερο έλεγχο, αυτή τη φορά των αμπχάζικων αρχών. Διαδικασία που δεν κράτησε παραπάνω από 2 λεπτά, συνέχισα να περπατάω μέχρι τη στάση των маршрутки (κάτι σαν mini-bus). Το ταξίδι έως το Σουχούμι ήταν σχετικά άβολο αλλά φτηνό, καθώς σε ένα πολύ μικρό λεωφορείο στριμωχτήκαμε Ρώσοι τουρίστες, ντόπιοι Καυκάσιοι, όλων των ηλικιών για να μεταβούμε στην πρωτεύουσα. Μετά από 3-4 ώρες κουραστικού ταξιδιού και πολλών στάσεων, έφτασα στο Σουχούμι, όπου και θα έπρεπε να αναζητήσω το δωμάτιό μου. Θα φιλοξενούμουν από μια ηλικιωμένη κυρία από το Ουζμπεκιστάν, μονίμου κατοίκου της χώρας, η οποία και διέθετε ένα δωμάτιο μέσω του γνωστού συστήματος AirBnb. Φιλόξενη, φιλική, όπως και η πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας με εξυπηρέτησε σε ότι κι αν της ζήτησα, οποιαδήποτε στιγμή. H κόρη της, Eleonora Kotlyboulatova διαμένει τα τελευταία χρόνια στην Γερμανία, όπου και συνεχίζει την καριέρα της ως πιανίστρια.

Οι πρώτες εξορμήσεις στο Σουχούμι συνοδεύτηκαν από πλήθος φωτογραφιών, κτιρίων, δρόμων και αξιοθέατων. Μετά τον πόλεμο του 1992-1993 και την αυτονόμηση της χώρας από την Γεωργία, τα σημάδια της εγκατάλειψης παρέμεναν ακόμη, συνθέτοντας ένα κράμα μετασοβιετικού σκηνικού και εξωτικών τοπίων (με φοίνικες, μεγάλα πάρκα, φυσική ομορφιά). Τα παλιά ελληνικά αρχοντικά σπίτια παρέμεναν στη θέση τους, αλλοιωμένα φυσικά, από το πέρασμα του χρόνου.

 

      

Η επίσκεψή μου στους βοτανικούς κήπους, εμβληματικό αξιοθέατο της πόλης, πραγματοποιήθηκε στα μέσα μιας ηλιόλουστης μέρας. Στην είσοδο δέσποζε το άγαλμα του αδικοχαμένου Νέστορ Λάκομπα, αδιαφιλονίκητου ηγέτη του ΚΚ Αμπχαζίας, του οποίου ο θάνατος φημολογείται ότι προήλθε έπειτα από δηλητηρίαση, μετά από γεύμα που του είχε παραθέσει ο αργότερα αρχηγός της NKVD Λαβρέντι Μπέρια. Ακόμη και σήμερα, στις συνειδήσεις των Αμπχάζιων, ο Νέστορ Λάκομπα, παραμένει πολύ ψηλά.

 

Στο εσωτερικό των κήπων μπορεί να θαυμάσει κάποιος εξωτικά και σπάνια φυτά από όλο τον κόσμο, σπάνιο θέαμα για όσους δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να επισκεφτούν ξανά βοτανικούς κήπους. 

 

  

 

  

 

  

 

Στο Σουχούμι, η ενθύμηση του παρελθόντος και της τραγωδίας του πολέμου με την Γεωργία πραγματοποιείται μέσα από «lieux de mémoire». Τιμητικές πλακέτες για τους Αμπχάζιους ήρωες του πολέμου, κτίρια γαζωμένα από ριπές, άλλοτε εγκαταλελειμμένα μετά από βομβαρδισμούς, συναντάς συνέχεια κατά μήκος των πλατιών δρόμων της πόλης. Είτε από αμέλεια λόγω έλλειψης ή κακοδιαχείρισης κονδυλίων, είτε απλά από πρόθεση για διατήρηση της μνήμης, τα φαντάσματα του παρελθόντος δομούν την εθνική υπερηφάνεια των λιγοστών κατοίκων για το μέγεθος μιας πρωτεύουσας. Ένα από τα πιο εμβληματικά, ίσως, lieu de mémoire, είναι το παλιό κτίριο του κοινοβουλίου, ενός πανύψηλου κτιρίου, κατεστραμμένου ολοσχερώς στο εσωτερικό, λόγω εμπρησμού. Να σημειωθεί ότι πολλά τέτοια κτίρια τέθηκαν στις φλόγες από τις Γεωργιανές δυνάμεις οι οποίες κατέλαβαν την χώρα το φθινόπωρο του 1992, αφού, σε αρκετές των περιπτώσεων τα άδειασαν από σημαντικό αρχειακό υλικό, το οποίο μεταφέρθηκε στην Τιφλίδα. Κατα συνέπεια, η χώρα στερείται σήμερα σημαντικού μέρους γραπτών ντοκουμέντων που μαρτυρούν την ιστορία της, αρχαία, μεσαίων χρόνων, αλλά και νεότερη.

 

   

 

Οι κατοικίες, ασυντήρητες στο εξωτερικό, αλλά αρκετά καλοστεκούμενες στο εσωτερικό (!), συνθέτουν αυτό το πάζλ ενός μετασοβιετικού σκηνικού στο οποίο οι άνθρωποι επιτελούν τους ρόλους της καθημερινότητας. Οι αντιθέσεις καραδοκούν σε κάθε γωνιά της πόλης. Πολυτελή αυτοκίνητα, παρκαρισμένα δίπλα σε κακοφτιαγμένα και παλιά σπίτια, εργατικές κατοικίες δίπλα σε πολυτελή εξοχικά δίνουν την εντύπωση μιας πόλης που βυθίζεται στον κυκεώνα των νεοκαπιταλιστικών αντιθέσεων.   

 

 

Το νεόχτιστο σπίτι ενός Έλληνα (Στυλίδη) είναι ενδεικτικό της πολυτέλειας και ξεχωρίζει ανάμεσα σε γειτονικά χαμόσπιτα και ερειπωμένες κατοικίες. 

 

 

Τα λεωφορεία, τα οποία είναι τεχνολογίας περασμένων δεκαετιών, κάνουν τη δουλειά τους και με το παραπάνω. Με πολύ συχνά δρομολόγια, εξυπηρετούν τους πολίτες στην καθημερινές τους ασχολίες. Παρόλα αυτά, η κατάσταση των δρόμων δεν μαρτυρεί καμία ορθή πολιτική διαχείριση κεφαλαίων για υλοποίηση δημόσιων έργων ωφέλιμων προς τους πολίτες. Από τη δική μου εμπειρία, το νερό και το ρεύμα κόβονται συχνά όταν βρέχει, ενώ το χειμώνα λέγεται ότι οι διακοπές είναι πολύ συχνότερες. Οι κάτοικοι λένε ότι, τα κεφάλαια που στέλνονται από την Ρωσία για να βοηθηθεί η χώρα και οι υποδομές της, συνήθως μπαίνουν στις τσέπες ντόπιων αξιωματούχων, εκ των οποίων προέρχεται και κομμάτι της νέας ελίτ της χώρας, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως μια κρατικοδίαιτη νομεκλατούρα. 

 

 

Μπορεί έτσι η πόλη να σφύζει από Mercedes, αλλά να παραμένει σχετικά απεριποίητη. Έτσι και η παραλία της: χωρίς να έχει υποστεί ιδιαίτερες παρεμβάσεις είναι δηλωτική της φυσικής ομορφιάς την οποία διαθέτει και με το παραπάνω, και ο κατεξοχήν τόπος που κάτοικοι και τουρίστες επιλέγουν για να πραγματοποιήσουν τους απογευματινούς τους περιπάτους και τις νυχτερινές τους εξόδους. Να σημειωθεί ότι το Σουχούμι δεν φημίζεται για την νυχτερινή του ζωή. Γι΄αυτόν τον σκοπό η νεολαία κυρίως προτιμά να ταξιδέψει στο Σότσι τα σαββατοκύριακα για να διασκεδάσει. 

 

  

 

   

 

 

    

 

    

 

Στην παραλία δεσπόζουν και τα πιο όμορφα, λίγα από τα ανακαινισμένα κτίρια της πόλης, που θυμίζουν τις μέρες του ένδοξου σοβιετικού παρελθόντος. Ένα από αυτά, το παλιό ξενοδοχείο Σαν-Ρέμο (ή Ρίτσα), κάποτε ελληνικής ιδιοκτησίας, κοσμεί τον παραλιακό δρόμο. Σε ένα από τα κεντρικά μπαλκόνια του κτιρίου είχε σταθεί ο Λέων Τρότσκι το 1924, σε μια φλογερή ομιλία με αφορμή τον θάνατο του Λένιν.

 

 

Εξίσου εντυπωσιακό κτήριο στεγάζει και το κρατικό θέατρο, και αυτό δίπλα στην θάλασσα.

 

   

 

Παραδοσιακά εμβλήματα της χώρας, σημαίες, τοιχογραφίες, αφίσες προπαγάνδας δεν λείπουν από καμιά γειτονιά της πόλης. Ο Βλάντισλαβ Άρτζιμπα, πρώτος de facto πρόεδρος της Αμπχαζίας, ο οποίος αποτελεί σύμβολο ηρωισμού για την πλειοψηφία των κατοίκων, έχει την τιμητική του.

 

   

 

Ο καιρός βοήθησε αρκετά, καλοκαίρι γαρ, ώστε το οδοιπορικό μου στην Αμπχαζία να μην περιοριστεί στον ερευνητικό του σκοπό, αλλά να διακοσμηθεί από πινελιές ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Αν και οι θάλασσες δεν είναι ιδιαίτερα ζεστές τον Ιούνιο, με εξαίρεση την παραλία του Νέου Άθου, οι Ρώσοι τουρίστες τις προτιμούν χωρίς επιφυλάξεις, πόσο μάλλον από τη στιγμή που βρίσκονται λίγα χιλιόμετρα έξω από το Σουχούμι. Αλλά ακόμη και μέσα στην πόλη υπάρχει αρκετός κόσμος ο οποίος δε διστάζει να βουτήξει. Μετά από αρκετό περπάτημα, στην τελική ευθεία για την πλαζ Медицинский, συναντούμε ένα ψηφιδωτό του Λένιν, βρίσκουμε ένα ρώσικο στρατόπεδο σε λειτουργία, ενώ πιο πριν από αυτό, ορθώνεται το παλιό στρατιωτικό νοσοκομείο. 

 

    

 

Η ζωή στην Αμπχαζία δεν τελειώνει στο Σουχούμι. Στα μέσα του οδοιπορικού μου, επισκέφτηκα τον Νέο Άθω. Χωριό πανοραμικά χτισμένο, όχι πολύ μακριά από το Σουχούμι, είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών, όχι  μόνο για τις υπέροχες πλαζ του (πολύ καλύτερες από αυτές της πρωτεύουσας), αλλά και για το γραφικό μοναστήρι, που είναι χτισμένο μέσα στα βουνά. 

 

   

 

   

 

Ένας Αμπχάζιος μοναχός, o Дмитрий Заурович Дбар, διδάκτωρ του Α.Π.Θ., και άριστος γνώστης της ελληνικής, είναι από αυτούς που ηγούνται της μονής. Ευρυμαθής και πολυγραφότατος, έδειξε τον ζήλο του στο να μου μιλήσει για το μοναστήρι και τα προβλήματά του. 

 

   

Κινούμενοι από την πλάγια πλευρά του μοναστηριού, ένας κατηφορικός δρόμος οδηγεί στο τουριστικό κέντρο του Νέου Άθου. Στις δύο πλευρές του, γυναίκες μικροπωλητές πουλάνε από απλούς χυμούς και νερά μέχρι και ντόπια προϊόντα. Ανάμεσα σε αυτές και μια ελληνίδα, η οποία μένει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, αλλά εργάζεται, χρόνια τώρα, σεζόν, στον Νέο Άθω, εξοικονομώντας χρήματα απαραίτητα για την επιβίωση.

 

 

Ο δρόμος καταλήγει σε έναν τουριστικό οικισμό, πολυπληθή και θορυβώδη θα μπορούσα να πω, με μικρομάγαζα, καντίνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στο τέλος του, ένας καταρράκτης που ξεχύνεται από το βουνό γαληνεύει το τοπίο, δίνωντας του μια απαράμιλλη ομορφιά.

 

   

 

Παράταιρο σχεδόν με το όλο κλίμα, το μουσείο ιστορίας του Άθου κι ένα νεόκτιστο κτίριο, καρικατούρα σοβιετικής αρχιτεκτονικής, από το οποίο ακούγονταν σε όλη την γύρω περιοχή τα γνωστά σε όλους εμβατήρια του Κόκκινου Στρατού. 

 

   

Από πλευράς φυσικής ομορφίας δεν είχα δει τίποτα ακόμα, καθώς δεν είχα επισκεφτεί την λίμνη Ρίτσα στα βόρεια της μικρής Δημοκρατίας. Είναι πολύ εύκολο, και σχετικά φτηνό, για όποιον δεν διαθέτει δικό του μεταφορικό μέσο, να κρατήσει θέση σε μια από τις εκδρομές που οργανώνουν τα τουριστικά γραφεία. Απλά οφείλει να γνωρίζει ότι θα ξοδέψει σχεδόν μια μέρα, καθώς είναι μακριά από το Σουχούμι, και τα μέρη που μπορεί κάποιος να επισκεφτεί είναι πάρα πολλά. Η Ρίτσα είναι εμπειρία ζωής: αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά θεάματα που αξίζει και με το παραπάνω να δει κάποιος ο οποίος αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμπχαζία και δηλώνει έστω και λίγο φυσιολάτρης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώην ηγέτης της ΕΣΣΔ, ο Ιωσήφ Στάλιν, απολάμβανε συχνά πυκνά τις διακοπές του σε μία από τις εξοχικές κατοικίες της περιοχής, οι οποίες προορίζονταν αποκλειστικά για τα ανώτατα στελέχη του ΚΚΣΕ. Οι φωτογραφίες μιλάνε από μόνες τους.

 

   

 

    

Στο δρόμο για την λίμνη Ρίτσα, φώτο μίας από τις εταιρίες παραγωγής μελιού, όπως μας είπαν, κρατικής.

 

   

Φωτογραφίες από τις βάθρες στους πρόποδες του βουνού

 

   

Στο δρόμο για τον τελικό μας προορισμό 

 

    

 Για τους λάτρεις των extreme sports 

 

   

    

    

   

    

Η λίμνη Ρίτσα

    

    

    

 

Σίγουρα δεν θα μπορούσα να καλύψω εδώ όλο τον φυσικό και πολιτισμικό πλούτο της χώρας, από τη στιγμή μάλιστα που δεν επισκέφτηκα το σύνολο των κατοικημένων τοποθεσιών της, όπως η Γκουνταούτα, η Πιτσούντα, η Οτσαμτσίρα, και άλλες πιο μακρινές περιοχές. Παρόλα αυτά, προσπάθησα να αποδώσω τη συνολική εμπειρία μου, μέσω φωτογραφιών που, ορισμένες φορές, είναι πιο κατάλληλες από τις λέξεις. 

Σ'αυτο το σημείο, δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να παραλείψω τους Έλληνες, ως ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της χώρας.

 

Οι Έλληνες και οι άλλοι

 

Όπως και όλοι οι άλλοι κάτοικοι με τους οποίους συναναστράφηκα, έτσι και οι Έλληνες που έχουν «ξεμείνει» στην Αμπχαζία, υπήρξαν υπόδειγμα φιλοξενίας. Ο πρόεδρος της μικρής ελληνικής κοινότητας, που φιλοξενείται στο παλιό ελληνικό σχολείο, Αλέξανδρος Κωνσταντινίδης έκανε ότι περνάει από το χέρι του για να με βοηθήσει αναφορικά με το σκοπό της επίσκεψής μου στο Σουχούμι και μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι το ίδιο θα έκανε και με οποιονδήποτε άλλον ερευνητή ή επισκέπτη. Στο μικρό ελληνικό εστιατόριο το οποίο διατηρεί φρόντισα να γνωρίσω κι άλλους Έλληνες, κι αυτοί με τη σειρά τους φιλόξενοι. Σε μια από τις εξορμήσεις με αυτοκίνητο με ξενάγησαν σε παλιά ελληνικά χωριά της περιοχής, τα οποία, κάποτε έσφυζαν από ζωή, όπως το Όντισι

 

    

   

 

Από τις επαφές με τους Έλληνες, έμαθα αρκετές λεπτομέρειες όχι μόνο για την ιστορία της κοινότητας, αλλά και για την θέση των Ελλήνων εκεί σήμερα. Μεγάλης ηλικίας οι περισσότεροι, εκτός από ελάχιστους, λίγοι μιλούν τα νέα ελληνικά, κι έτσι οι συνεννοήσεις μας πραγματοποιούνταν κατά κύριο λόγο στα ρωσικά. Τα ρωσικά είναι lingua franca στην Αμπχαζία, και δεν νοείται συνεννόηση σε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα.

Οι Έλληνες λαμβάνουν ιδιαίτερης συμπάθειας. Εργαζόμενοι στις βιβλιοθήκες και στα αρχεία, έσπευδαν να με βοηθήσουν όταν μάθαιναν ότι ενδιαφέρομαι για την ιστορία της ελληνικής κοινότητας, προσπαθώντας να με φέρουν σε επαφή με Έλληνες που τυχόν ξέρουν. Και η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι γνωρίζουν έστω κι από έναν Έλληνα στο Σουχούμι, παρότι οι τελευταίοι αποτελούν σήμερα μια πολύ μικρή μειοψηφία. Πολλές φορές, Αμπχάζιοι, μου διηγούνταν συχνά ιστορίες από τον εκτοπισμό των Ελλήνων το 1949, με τη συναισθηματική φόρτιση να υποδηλώνει την τραγικότητα μιας ιστορίας που δεν μπορούν να περιγράψουν τα αρχεία.

Εντυπωσιακό είναι το κτίριο που φιλοξενούσε κάποτε το ελληνικό σχολείο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Το εσωτερικό του σίγουρα χρειάζεται συντήρηση και επισκευές. Στον τελευταίο όροφο στεγάζονται τα γραφεία της κοινότητας, ενώ φωτογραφίες του διδακτικού προσωπικού της δεκαετίας του 1930, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι διώξεις του 1937-1938, κοσμούν τους τοίχους της αίθουσας.

    

Από το παράθυρο η θέα στο νέο γήπεδο του ποδοσφαίρου μου θύμισε την ιστορία του ConΙfa, το οποίο δυστυχώς, είχε τελειώσει μερικές μέρες πριν την άφιξη μου στη χώρα. 

    

Η θέση των Ελλήνων σήμερα δεν είναι και οι ευκολότερη, καθώς είναι πολύ λίγοι και δεν έχουν ακόμη εκπρόσωπο στο κοινοβούλιο της χώρας. Από την αυτονόμηση της χώρας, η αμπχάζικη ταυτότητα δείχνει να συνοδεύει ιδιαίτερα προνόμια για τους κατόχους της, χωρίς βέβαια να υπονομεύονται τα δικαιώματα των άλλων εθνοτήτων ή να απειλείται η υπόστασή τους. Στην Αμπχαζία δεν υπάρχουν ντόπιοι και ξένοι: όλοι αποτελούν κομμάτι ενός μεγάλου μωσαϊκού λαών του Καυκάσου, όλοι δείχνουν να συμβιώνουν αρμονικά, καμιά εθνότητα δεν αισθάνεται μειονοτικά, καθώς δεν αντιλαμβάνεται εαυτό ως ξένη. Ίσως όχι βέβαια για τους λιγοστούς Γεωργιανούς, οι οποίοι ζουν στις νότιες συνοριακές περιοχές της χώρας, όμως αυτή είναι μια ιστορία που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης και δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Η αλήθεια είναι ότι όι περισσότεροι Γεωργιανοί που γνωρίζω δυσανασχέτησαν με την επιλογή μου να επισκεφτώ την Αμπχαζία.

Το αίσθημα κοινής συμβίωσης τονίζεται σίγουρα και από το πολύ μεγάλο πλήθος μικτών γάμων. Η πλειοψηφία των Ελλήνων που γνώρισα στην χώρα, άντρες και γυναίκες, είτε είναι παιδιά μικτών οικογενειών είτε οι ίδιοι παντρεύτηκαν αλλοεθνείς.

Η σημερινή θέση των Ελλήνων στην χώρα δείχνει να περνάει περίοδο κάμψης. Με την πλειοψηφία να έχει προ πολλού εγκαταλείψει την Αμπχαζία, κυρίως στις παραμονές του πολέμου του 1992-1993, οι 1000-1.500 Έλληνες που διαμένουν ακόμη εκεί, χάνονται στο πλήθος των εθνοτήτων, διατηρούν όμως την ανάμνηση του παρελθόντος, διηγούνται την τραγικότητα του εκτοπισμού και του πολέμου, αναπολούν την περίοδο του Μπρέζνιεφ, ζούνε αποδεχόμενοι τις παραδόσεις του Καυκάσου, ενστερνίζονται τον τρόπο ζωής της περιοχής και συμβιβάζονται με τους κανόνες του.

  

Κείμενο και φωτογραφικό υλικό : Δημήτρης Καταϊφτσής