Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Οι εκτοπισμοί των σοβιετικών Ελλήνων τη δεκαετία του ’40. Εννοιολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις.

 

Οι εκτοπισμοί των σοβιετικών Ελλήνων τη δεκαετία του ’40. Εννοιολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις.

5_-_Χάρτης_ελληνικών_εκτοπισμών.jpg

Από τον Πόντο στην Αμπχαζία, από εκεί στο Καζαχστάν και πάλι πίσω στην Αμπχαζία, και τέλος στην Ελλάδα. Πρόσφυγες παντού, «ξένοι» μετανάστες σε άγνωστους τόπους, οι κοινότητες Σοβιετικών Ελλήνων συμπυκνώνουν μια ιστορία αιώνων μέσα σε λίγα χρόνια. Διδάσκουν στις νέες γενιές τι είναι η προσφυγιά, εξανθρωπίζουν το διαχρονικό ζήτημα της μετακίνησης και της εξορίας, μας μαθαίνουν, έστω και άθελά τους, να γνωρίζουμε και να δεχόμαστε τον ξένο, να αντιλαμβανόμαστε την ιδιαιτερότητά του. Πόσες πατρίδες και πόσες ταυτότητες χρειάζεται άραγε να αλλάξει μια γενιά ανθρώπων, ένας συμπαγής πληθυσμός, για να νιώσει οικεία στον χώρο και στον χρόνο; Οι εκτοπισμοί ελληνικών κοινοτήτων στη δεκαετία του 1940 αποτελούν μια μαύρη τρύπα της ιστορίας της ΕΣΣΔ, αλλά και μια διδαχή για τους πρόσφυγες του σήμερα και του αύριο, είτε στην Ελλάδα είτε αλλού.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 παρατηρείται στη Σοβιετική Ενωση μια διαδικασία μαζικών εκτοπισμών πληθυσμών με τη μεταφορά πολλών εθνοτικών ομάδων από διάφορες περιοχές της ΕΣΣΔ προς την κεντρική Σιβηρία και τις στέπες κυρίως του Ουζμπεκιστάν και του Καζαχστάν. Σε αυτές τις ομάδες περιλαμβάνεται και ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης. Οι εκτοπισμοί αυτοί, αν αναλογιστούμε το μέγεθός τους, δημιουργούν αμέσως πολλά ερωτήματα ως προς τα αίτια και τους στόχους που οδήγησαν στην υπαγόρευση και στην υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής. Με την καταγραφή και τη διερεύνηση κυρίως των εκτοπισμών των Ελλήνων μέσα στη Σοβιετική Ενωση επιχειρείται παρακάτω η ερμηνεία αυτής της διαδικασίας υπό το πρίσμα αφενός της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης της ΕΣΣΔ και αφετέρου της διεθνούς συγκυρίας.

Θεωρήθηκε αναγκαίο, αρχικά, να οριστεί το περιεχόμενο του όρου «εκτοπισμός» όπως αυτός παρουσιάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία και παράλληλα να παρουσιαστούν ορισμένοι όροι που μπορεί επίσης να χρησιμοποιούνται από τους ερευνητές για να περιγράψουν αυτό το φαινόμενο και τις προεκτάσεις τους. Με αφετηρία τον ίδιο τον όρο «εκτοπισμός» (deportation), εξηγούνται, επιπρόσθετα, οι όροι «αναγκαστική μετανάστευση» (forced migration) και «εθνοκάθαρση» (ethnic cleansing), με τη χρήση παραδειγμάτων από τη δυτική κυρίως βιβλιογραφία.

Σύμφωνα με τους Αντερσον, Γκίμπνεϋ και Παολέττι, η χρήση του όρου «εκτοπισμός» συμπεριλαμβάνει στην ονοματολογία του κυρίως τους όρους «απέλαση», «μετακίνηση», «ακούσιες αναχωρήσεις» (involuntary departures) και «επαναπροωθήσεις» (turn-arounds). Επίσης έχει χρησιμοποιηθεί από ερευνητές για να περιγράψουν εκτοπίσεις και μετακινήσεις πληθυσμών μέσα στη Σοβιετική Ενωση, όπως επίσης για τη διερεύνηση και τη συγκριτική προσέγγιση αντίστοιχων πρακτικών στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

1_-_Σκίτσο_από_επιθεώρηση_εργαζομένων_σε_ειδική_ζώνη_εργασίας.jpgΟ όρος «αναγκαστική μετανάστευση» χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει μετακινήσεις πληθυσμών υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Πρέπει να σημειωθεί, βέβαια, πως στη διεθνή βιβλιογραφία περιλαμβάνει μετακινήσεις πληθυσμών όχι μόνο με την έννοια των αναγκαστικών εκτοπίσεων, αλλά επίσης με αυτήν της μετακίνησης πληθυσμών λόγω πολέμου, φυσικών καταστροφών ή σε ορισμένες περιπτώσεις εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού μιας περιοχής.Χαρακτηριστικό παράδειγμα ιστορικής έρευνας με χρήση κυρίως αυτού του όρου για την περιγραφή της αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών αποτελεί το βιβλίο των Π. Παναγή και Π. Βιρντέ (προφέρεται με ένα έψιλον) «Refugees and the End of Empire: Imperial Collapse and Forced Migration in the Twentieth Century». Σε αυτό εξετάζονται η περίπτωση της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι τακτικές της απέναντι στους πληθυσμούς της μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή των διώξεων και των εκκαθαρίσεων της ναζιστικής Γερμανίας, που οδήγησε σε εκτοπίσεις πληθυσμών προς διάφορα κράτη (κυρίως της Ανατολικής Ευρώπης), όπως και οι πολλαπλές περιπτώσεις αναγκαστικών μετακινήσεων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Επιπλέον, διερευνώνται αντίστοιχες περιπτώσεις στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, με την παρακμή των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών στην Αφρική και στην Ασία, και την παράλληλη δημιουργία άνω των εκατό νέων ανεξάρτητων κρατών σε αυτές. Μία πιο εξειδικευμένη και αξιόλογη έρευνα της περίπτωσης των πολιτικών αναγκαστικής μετανάστευσης της ναζιστικής Γερμανίας αποτελεί το συλλογικό έργο «People on the Move: Forced Population Movements in Europe in the Second World War and Its Aftermath».

Παράλληλα, ο όρος «αναγκαστική μετανάστευση» χρησιμοποιείται και για την έρευνα τέτοιων πολιτικών μετακινήσεων και στη Σοβιετική Ενωση. Ο Πάβελ Πόλιαν στο βιβλίο του «The History and Geography of Forced Migrations in the USSR» παρουσιάζει τις πολιτικές μετακινήσεων πληθυσμών στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Επιπλέον, εξετάζει τη φυλάκιση και την εκτόπιση Γερμανών από ευρωπαϊκές χώρες προς τη Σοβιετική Ενωση, το εργασιακό καθεστώς των Γερμανών σε αυτήν και τελικά τη διαδικασία επαναπατρισμού τους.

Ο όρος «εθνοκάθαρση», από την άλλη, θεωρείται πιο εξειδικευμένος από τους δύο παραπάνω. Ενας ευρύτερος ορισμός της εθνοκάθαρσης, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Britannica, εμπεριέχει την προσπάθεια δημιουργίας εθνικά ομοιογενών γεωγραφικών περιοχών μέσω βίαιου εκτοπισμού πληθυσμών που ανήκουν σε ιδιαίτερες εθνικές/εθνοτικές ομάδες. Η εθνοκάθαρση πολλές φορές προϋποθέτει την πλήρη απομάκρυνση και καταστροφή και εκείνων των πολιτισμικών στοιχείων που καθορίζουν μια εθνική/εθνοτική ομάδα, όπως είναι τα μνημεία, τα νεκροταφεία και οι τόποι λατρείας. Υπό έναν πιο αυστηρό και γενικό ορισμό, ως εθνοκάθαρση ορίζεται η εξάλειψη μιας μη επιθυμητής ομάδας σε μια κοινωνία, είτε με τη μορφή της γενοκτονίας είτε με τη μορφή της αναγκαστικής μετανάστευσης.

Οπως αναφέρει η Κ. Καρμάικλ στο βιβλίο της «Ethnic Cleansing in the Balkans: Nationalism and the destruction of tradition», ο όρος «εθνοκάθαρση» χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Συγκεκριμένα, περιέγραφε τους πολέμους διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και κυρίως τις συγκρούσεις στο Κόσοβο, στη Βοσνία και στην Κροατία, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από σφαγές και εξαναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών που θεωρείτο ότι βρίσκονταν σε διαφορετικό έδαφος από αυτό της εθνικότητας, της θρησκείας και της γλώσσας τους. Σύντομα, ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως από την αγγλική και άλλες γλώσσες στη διεθνή βιβλιογραφία για να περιγράψει και να εξετάσει αντίστοιχα φαινόμενα που έχουν παρατηρηθεί και στον υπόλοιπο κόσμο.

Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, πως ο όρος «εκτοπισμός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει συγκεκριμένες πολιτικές κρατών απέναντι σε διάφορους λαούς σε όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και έπειτα, και ανάλογα με τα ενίοτε χαρακτηριστικά τους να εξειδικευθεί ανά περίπτωση. Μια τέτοιου είδους εξειδικευμένη παρουσίαση και ανάλυση επιχειρείται παρακάτω για την περίπτωση των εκτοπίσεων Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης στη δεκαετία του 1940.

 

7_-_Τάφοι_Ελλήνων_Κεντάου.jpg

 

 

«ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΙ» ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ

 

Πριν το τέλος του ρωσικού εμφυλίου, οι μπολσεβίκοι είχαν ήδη υιοθετήσει τη «μετακίνηση πληθυσμών» (population transfer) ως μέσο σωφρονισμού-τιμωρίας κοινωνικών και εθνικών ομάδων, και ως στρατηγική στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης της Σιβηρίας και γενικά απομακρυσμένων περιοχών της σοβιετικής επικράτειας. Ο πρώτος εκτοπισμός αφορούσε τους Κοζάκους της περιοχής του Βόρειου Καυκάσου, όταν το 1920 μεταφέρθηκαν 40.000 άνθρωποι είτε στην Ουκρανία είτε στη βόρεια Ρωσία, κατά την εφαρμογή της πολιτικής της «αποκοζακοποίησης» της περιοχής, η οποία εκπλήρωνε το σχέδιο της τιμωρίας των εχθρικών –προς την εξουσία των μπολσεβίκων– λαών. Μια δεκαετία αργότερα, οι επονομαζόμενοι «κουλάκοι», κύριοι αντίπαλοι της σοβιετικής εξουσίας στην ύπαιθρο, μεταφέρθηκαν κατά χιλιάδες στα «μεγάλα έργα», υπό την εποπτεία της Κεντρικής Διοίκησης Στρατοπέδων (ΓΚ.ΟΥ.ΛΑΓΚ.). Το σημαντικότερο ίσως έργο της μεγάλης βιομηχανικής ανοικοδόμησης, το Μπελομορκανάλ (κανάλι που ένωνε τη Λευκή με τη Βαλτική Θάλασσα), υλοποιήθηκε με την υπερεργασία χιλιάδων κουλάκων αλλά και ποινικών κρατουμένων, χιλιάδες από τους οποίους έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των κακουχιών και της σκληρής εργασίας.

Η σταλινική εξουσία πέρασε γρήγορα στους εθνικούς εκτοπισμούς από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ανάμεσα στους λαούς που μεταφέρθηκαν ήταν Κορεάτες, Γερμανοί, Πολωνοί, Φινλανδοί, Τάταροι, Εσθονοί, Λιθουανοί, αλλά και πιο μικροί σε αριθμούς, όπως Εβραίοι, Καλμίκοι, Καρατσάι, Ινγκουσέτιοι, Καμπαρντίνοι, Τούρκοι, Αρμένιοι και αρκετοί άλλοι. Για να γίνει αντιληπτή η έκταση του φαινομένου των εκτοπισμών, αρκεί να αναφέρουμε ότι το 1953 η ΕΣΣΔ αριθμούσε 2,7 εκατομμύρια «ειδικούς εγκατεστημένους» (spetspereselentsi ή spetsposelentsi). Την περίοδο 1944-45, οι ζώνες ειδικής εγκατάστασης ήταν διασκορπισμένες σε έξι σοβιετικές δημοκρατίες, οκτώ αυτόνομες δημοκρατίες και 27 επαρχίες (oblasti) της ΕΣΣΔ. Οι περισσότερες βρίσκονταν στο Καζαχστάν, στην Κιργιζία και στο Ουζμπεκιστάν, όμως αρκετά πολυπληθείς ήταν και αυτές της περιφέρειας (krai) Κρασνογιάρσκ (κεντρική Σιβηρία) και της επαρχίας του Κεμέροβο (κεντρική Σιβηρία).

11_-_Λαβρέντι_Μπέρια.jpgΣτην πλειονότητά τους, οι εθνικοί εκτοπισμοί έγιναν όχι μόνο με μεγάλη ταχύτητα, αλλά και με λεπτομερή οργάνωση, με τη συνεργασία πολλών και διαφορετικών υπηρεσιών: από τη μυστική αστυνομία και τα σταθμαρχεία ως τις επιτροπές υγείας και διατροφής. Οι εκτοπισθέντες μεταφέρονταν μέσα σε βαγόνια (echelon) στις ζώνες ειδικής εγκατάστασης. Μέχρι και το 1944, αυτές οι ζώνες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (lagery), βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Κεντρικής Διοίκησης Στρατοπέδων και της NKVD (Λαϊκό Επιτροπάτο Εσωτερικών Υποθέσεων) της ΕΣΣΔ. Μετά ανεξαρτητοποιήθηκαν και υπάγονταν απευθείας στην NKVD, που μετονομάστηκε σε MVD (Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων), και στην MGB (Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας). Τη δεκαετία του 1930 οι ειδικές ζώνες εγκατάστασης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την παραγωγή κάποιου συγκεκριμένου βιομηχανικού έργου και την υλοποίηση κάποιου πλάνου, τα οποία όταν ολοκληρώνονταν, η ειδική ζώνη καταργείτο και οι εγκατεστημένοι μεταφέρονταν αλλού για να αναλάβουν ένα νέο έργο. Στις ζώνες ειδικής εγκατάστασης, οι εκτοπισμένοι τελούσαν υπό ειδικό πολιτικό καθεστώς, αυτό του «ειδικού εγκατεστημένου», ενώ έπρεπε να παρουσιάζονται τακτικά στην Κομεντατούρα (komendatoura, ειδική διοίκηση των ειδικών εγκατεστημένων) της περιοχής τους. Οι υπάλληλοι της τελευταίας ήταν στελέχη της πολιτικής αστυνομίας, ενώ διοικητικά υπάγονταν στο τμήμα της NKVD/MVD/MGB της αντίστοιχης επαρχίας. Σταδιακά, και μετά το 1945, ο ρόλος της Κομεντατούρα άρχισε να περιορίζεται, έως και την οριστική αμνήστευση των εξορίστων μετά το 1956 και την αποσταλινοποίηση. Ενας από τους κύριους ρόλους αυτής της «τοπικής διοίκησης» ήταν να εξασφαλίζει εργασία στους «ειδικούς εγκατεστημένους», τους οποίους αντιμετώπιζε πάντα ως ένα εν δυνάμει εργατικό δυναμικό προς αξιοποίηση.

Οι περιορισμοί των εκτοπισμένων συνίσταντο στην υποχρέωση παραμονής στον τόπο εξορίας και στην αναφορά οποιωνδήποτε οικογενειακών και επαγγελματικών αλλαγών στην Κομεντατούρα. Επίσης, οι εκτοπισμένοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται, εφόσον ήταν αρτιμελείς: εκτελούσαν συνήθως βαριές εργασίες στα ορυχεία, στην υλοτομία, αλλά και στην αγροτική παραγωγή. Τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν αρκετά υψηλά, ειδικά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης, για διάφορους λόγους: αρρώστιες (πνευμονία, δυστροφία, φυματίωση), κλιματικές συνθήκες, σκληρή εργασία.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΕΚΤΟΠΙΣΜΩΝ

 

Αν θεωρήσουμε ότι η «αναγκαστική μετανάστευση» –η οποία απογυμνωμένη από το ακαδημαϊκό της περίβλημα αναφέρεται ως «προσφυγιά»– αποτελεί το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και ο «εκτοπισμός», κομμάτι της πολιτικής «διαχείρισης πληθυσμών», τότε σίγουρα ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι εκείνη η ιστορική περίοδος στην οποία το φαινόμενο απέκτησε τρομακτικές διαστάσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι, είτε εξαναγκασμένοι από τις πολεμικές συνθήκες είτε εκτοπισμένοι μαζικά με απόφαση κάποιας κρατικής εξουσίας, βίωσαν τότε τον ξεριζωμό και την εξορία.

Εμείς οφείλουμε, παρόλα αυτά, να δώσουμε ένα πιο σαφές ιστορικό-πολιτικό στίγμα στο φαινόμενο. Η αναγκαστική μετανάστευση χωρίζεται σε δύο σκέλη: στην κατασταλτική (repressive) και στην εθελούσια (non-repressive). Σε πολιτικό επίπεδο, η πρώτη είναι το παραγόμενο αποτέλεσμα της κεντρικής απόφασης μιας διοίκησης/εξουσίας σε βάρος ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ή ομάδας. Η δεύτερη, η οποία δεν μας ενδιαφέρει στην παρούσα μελέτη, δεν έχει τα χαρακτηριστικά εκτοπισμού και αποτελεί περισσότερο κίνηση σωτηρίας ενός πληθυσμού έναντι ενός διαφαινόμενου κινδύνου. Ως τέτοια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η μετακίνηση δύο εκατομμυρίων Ισπανών πολιτών, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, από τις περιοχές που ήλεγχε ο μετέπειτα δικτάτορας Φράνκο προς αυτές που κατείχαν οι Δημοκρατικοί.

Ο ιστορικός Τέρρυ Μάρτιν βαφτίζει το φαινόμενο των εκτοπισμών στην ΕΣΣΔ «εθνοκάθαρση», βασιζόμενος όχι στη διαδικασία καθαυτή, αλλά στην οπτική του «δράστη», δηλαδή της σοβιετικής εξουσίας: παρότι δεν υπήρχε άμεση πρόθεση για έγκλημα σε βάρος ενός λαού, ο εκτοπισμός συνοδευόταν από αρκετές συλλήψεις πολιτών οι οποίοι οδηγούντο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης «υψηλής θνησιμότητας», ενώ συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες στοχοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου (1937-38), ώστε οι μαζικές εκτελέσεις, οι εξορίες και οι φυλακίσεις που πραγματοποιήθηκαν ανοίγουν τα περιθώρια ορισμού του φαινομένου ως «εθνικής εκκαθάρισης». Εθνοκάθαρση παρόλα αυτά θα σήμαινε και άρση των γεωγραφικών περιορισμών στον εκτοπισμό ενός λαού, γεγονός το οποίο στην ΕΣΣΔ δεν συνέβη: οι περισσότεροι εκτοπισμοί μπορεί να είχαν εθνικό πρόσημο, αλλά στην πλειονότητά τους ήταν γεωγραφικά προσδιορισμένοι. Για παράδειγμα, στον εκτοπισμό των Τατάρων το 1944, εξορίστηκαν οι Τάταροι της Κριμαίας και όχι εκείνοι του Ταταρστάν. Το ίδιο συνέβη και με τους Ελληνες, όπως θα δούμε παρακάτω. 

Οι τύποι των σοβιετικών εκτοπισμών διέφεραν κατά περίπτωση. Λίγο πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στα πρώτα χρόνια της γερμανικής εισβολής, παρατηρούμε μια σειρά από «προληπτικούς εκτοπισμούς». Οι τελευταίοι δεν είχαν τιμωρητικό χαρακτήρα λόγω προδοσίας, αλλά πήγαζαν από την υποψία της κεντρικής διοίκησης ότι υπήρχε ενδεχόμενο κάποιοι λαοί να πάρουν το μέρος του κατακτητή. Ετσι, ο όρος «εκκένωση», ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από αρκετούς ιστορικούς για να χαρακτηρίσει μια σειρά αναγκαστικών μετακινήσεων που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της προπολεμικής και πολεμικής συνθήκης, φαντάζει μάλλον ακατάλληλος. «Τιμωρητικοί εκτοπισμοί» παρατηρούνται το 1944, όταν οι λαοί της Κριμαίας εκτοπίστηκαν κατηγορούμενοι για συνεργασία με τους ναζί.

Σχετικά με τις ερμηνείες του φαινομένου αυτές ποικίλουν. Πολλοί ιστορικοί κάνουν λόγο για τις αντιπάθειες του Στάλιν και του Μπέρια (προϊστάμενος της NKVD) απέναντι σε μια σειρά από λαούς, εκδοχή που ναι μεν αναπαράγεται στους κύκλους των εξορίστων όσο τίποτε άλλο, ωστόσο δεν μπορεί να σταθεί ως κεντρική αφήγηση. Αναφερόμενος στους εκτοπισμούς, ο Ρώσος ιστορικός Μπερντίνσκι αναφέρει ότι σε κάθε απόφαση της κεντρικής εξουσίας ενυπάρχει μια λατρεία της βίας για την επίλυση του τάδε ή του δείνα ζητήματος. Εμείς θα λέγαμε ότι υπάρχει μια ισχυρή βούληση που καταλήγει σε καταφατική δράση και η οποία δεν λογάριασε το πολιτικό κόστος της βίας, διότι δεν υπήρχε αντιπολίτευση για να ασκήσει πίεση σε κεντρικό επίπεδο. Η σοβιετική ηγεσία πήρε τις συγκεκριμένες αποφάσεις ερήμην του λαού της, αγνοώντας το κόστος, στο όνομα της επανάστασης.

 

ΕΚΤΟΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΤΑ «ΤΙ», ΤΑ «ΠΩΣ» ΚΑΙ ΤΑ «ΓΙΑΤΙ»

 

Οι εκτοπισμοί ελληνικών πληθυσμών έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1940 όταν η σοβιετική εξουσία χρησιμοποίησε αυτή την τακτική για λόγους τους οποίους αναπτύξαμε παραπάνω. Αποκλείοντας τον όρο «εθνοκάθαρση», από τη στιγμή που οι Ελληνες ξεριζώθηκαν από διαφορετικούς τόπους και σε διαφορετικούς χρόνους (και όχι όλες οι κοινότητες), η κάθε περίπτωση χρήζει εξειδικευμένης ανάλυσης.

Ο πρώτος εκτοπισμός συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1940, όταν από την περιοχή του Μουρμάνσκ (βόρεια της σημερινής Πετρούπολης) εκτοπίστηκαν συνολικά 8.617 πολίτες στη Δημοκρατία της Καρελίας (βοεριοδυτική Ρωσία) και στην περιφέρεια του Αλτάι (Καζαχστάν). Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων μας είναι άγνωστος και περιλαμβάνεται στο σύνολο των 1.743 Φινλανδών, Εσθονών, Νορβηγών, Λιθουανών, Λετονών και Σουηδών που μεταφέρθηκαν στο Αλτάι. Σύμφωνα με επίσημο έγγραφο, η απόφαση μετακίνησης ανακοινώθηκε στους μελλοντικά «ειδικούς εγκατεστημένους» δέκα ημέρες νωρίτερα, έτσι ώστε να προετοιμαστούν κατάλληλα.

Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1942 εκτοπίστηκαν οι ελληνικές κοινότητες της περιοχής του Κουμπάν. Από το Κερτς της Αζοφικής, την Ανάπα, το Μαϊκόπ, το Νοβοροσίσκ, το Κρασνοντάρ οι αρχές συγκέντρωσαν 5.251 Ελληνες στα βαγόνια, με προορισμό τη Σιβηρία. Ορισμένοι από αυτούς κατέληξαν στο Καζαχστάν. Δύο τραίνα έφθασαν έως την περιφέρεια του Κρασνογιάρσκ, σε ένα ταξίδι που διήρκεσε περίπου τρεις μήνες: οι εκτοπισθέντες έφθασαν σιδηροδρομικώς στο Μπακού, απ' όπου με πλοίο πέρασαν την Κασπία και έφθασαν στο Κισλοβόντσκ. Εκεί μπήκαν πάλι σε βαγόνια για να γυρίσουν από την κεντρική Ασία στα Ουράλια, και πάλι πίσω στο Καζαχστάν και στην Τασκένδη, και να καταλήξουν στο Κρασνογιάρσκ. Κάποιους εγκατέστησαν στην περιοχή Τουρουχάνσκ, όπου, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι συνθήκες διαβίωσης υπήρξαν πολύ δύσκολες. Αλλους άφησαν στις περιοχές Ουντερέισκ, Μανσκ, Παρτιζάν. Μετά το 1955-56, έδωσαν στους εξόριστους το δικαίωμα επιστροφής στο Κουμπάν, όπου πολλοί γύρισαν, ενώ άλλοι αποφάσισαν να μείνουν στη Σιβηρία. Μέχρι και το 2002, σε ολόκληρη τη Δημοκρατία της Χακασίας κατοικούσαν 200 Ελληνες, πρώην εξόριστοι.

 

Αναφερόμενος στον εκτοπισμό ελληνικών πληθυσμών από την περιοχή του Κουμπάν το 1942, ο Πόλιαν κάνει λόγο για προληπτικό εκτοπισμό «στοιχείων» που θεωρούντο από τον Μπέρια «αντισοβιετικά, ξένα και ύποπτα». Τον ίδιο όρο θα χρησιμοποιήσει λίγα χρόνια αργότερα και ο Ελληνορώσος ιστορικός Ιβάν Τζουχά. Η «εκκένωση», όρος που χρησιμοποιεί η Ευτυχία Βουτυρά γι' αυτό το ίδιο γεγονός, δεν δύναται να καλύψει το σκεπτικό με το οποίο η σοβιετική εξουσία αποφάσιζε να εξορίσει εθνοτικές ομάδες εξαιτίας της περιορισμένης εμπιστοσύνης που είχε σε αυτές. Η ματιά της διοίκησης εδώ επικεντρωνόταν στον χώρο: πρόκειται για μια συνοριακή γραμμή, η οποία σε ενδεχόμενη εισβολή των ναζί θα έπρεπε να επιδείξει την ισχυρότερη, κατά το δυνατόν, αντίσταση. Και για να γίνει αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η πίστη των τοπικών πληθυσμών στον Κόκκινο Στρατό και στη σοβιετική εξουσία. Αυτό που δεν μπορεί να εξηγηθεί ακόμα από τους ιστορικούς είναι η ακριβής αιτία για την οποία οι Ελληνες δεν ανήκαν σε αυτή την κατηγορία.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1944, ο Μπέρια πραγματοποίησε το πρώτο βήμα για την εκκαθάριση της Κριμαίας από αντεπαναστατικά στοιχεία και πρώην συνεργάτες των ναζί, όταν σε επιστολή του προς τον Στάλιν πρότεινε τον εκτοπισμό Τατάρων, Βουλγάρων, Ελλήνων και Αρμενίων. Σχετικά με τους Ελληνες, κατήγγειλε τη διεξαγωγή εμπορικής δραστηριότητας με τους κατακτητές από σημαντική μερίδα του πληθυσμού, κυρίως εκείνου που κατοικούσε σε παράκτιες περιοχές. Με σχετική διαταγή εκτοπίστηκαν 14.300 Ελληνες (σε συνολικό πληθυσμό 22.652 στις αρχές της δεκαετίας). Το καλοκαίρι μεταφέρθηκαν άλλοι 3.531 Ελληνες με ληγμένα διαβατήρια. Μαζί με αυτούς, την ίδια τύχη είχαν άλλοι 8.300 από τις περιοχές του Κρασνοντάρ και του Ροστόβ. Οπως και οι υπόλοιπες εθνοτικές ομάδες που εκτοπίστηκαν από την Κριμαία, οι περισσότεροι Ελληνες διασκορπίστηκαν σε διάφορες εγκαταστάσεις, κυρίως στο Ουζμπεκιστάν, στην αυτόνομη Δημοκρατία της Μπασκιρίας, στις επαρχίες Κεμέροβο και Μόλοτοβ, ενώ λιγότεροι στις Δημοκρατίες του Καζαχστάν, της Κιργιζίας και του Τατζικιστάν. Περίπου 560 εξ αυτών ήταν πρώην στρατιώτες που είχαν πολεμήσει τους ναζί και ζητούσαν την επιστροφή τους στο μέτωπο, παρόλα αυτά δεν κατάφεραν να επιστρέψουν στα μέρη τους. Τελικά, το 1945, με ντιρεκτίβα της NKVD, τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα, ως πρώην στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, να εγκαταλείψουν τους τόπους εξορίας και να γυρίσουν στις οικογένειές τους – ωστόσο, η επιστροφή στην Κριμαία απαγορευόταν ρητά.

Με τη φυγή των Ελλήνων από την Κριμαία ερήμωσαν από ζωή δεκάδες ελληνικά χωριά και πόλεις, τα οποία η σοβιετική εξουσία αποφάσισε να «ξαναβαφτίσει». Ετσι, ο Αγιος Θεόδωρος ονομάστηκε Γκορίστοε, η Καμάρα Ομπορόνοε, η Καψιχόρ Μόρσκοε κ.ά. Η αλλαγή των ονομασιών δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά με επίσημα διατάγματα του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, με τα οποία μέσα σε τρία χρόνια (1945-48) μετονομάστηκαν πάνω από 1.300 τοποθεσίες στην Κριμαία, στην πλειονότητα ταταρικές και γερμανικές (σε ρωσικές).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 οργανώθηκε μια σειρά εκτοπισμών από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, με σκοπό την ασφάλεια της περιοχής, λόγω της γεωστρατηγικής της σημασίας, μέσω της εκκαθάρισής της από «μη έμπιστους» πληθυσμούς. Ξημερώματα της 5ης προς 6η Ιουλίου 1949 εκτοπίστηκαν από τα παράλια της Ουκρανίας και τις περιοχές της Οδησσού, Νικολάεβ, Ιζμαήλ, Χερσώνας, οι κάτοικοι τουρκικής και ελληνικής καταγωγής, συνολικά 448 πολίτες, εκ των οποίων 395 Ελληνες. Τα βαγόνια τούς οδήγησαν στην τότε πρωτεύουσα του Καζαχστάν, Αλμα-Ατα.

Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα ο μεγαλύτερος ίσως εκτοπισμός ελληνικού πληθυσμού της Σοβιετικής Ενωσης, στον οποίο θα επικεντρωθούμε εδώ: αυτός των ανατολικών παραλίων της Μαύρης Θάλασσας και των περιοχών από το Κρασνοντάρ, την Αμπχαζία έως και την Ατζαρία. Μαζί με αυτούς εκτοπίστηκαν και οι Τούρκοι, αλλά και οι Αρμένιοι πρώην ντασνάκοι (μέλη του κόμματος Ντασνάκ, του απελευθερωτικού στρατού της Αρμενίας κατά τη διάρκεια του ρωσικού Εμφυλίου αλλά και πριν). Η επιχείρηση εκτοπισμού των Ελλήνων ονομάστηκε «Βολνά» («κύμα»), κατά τη διάρκεια της οποίας περισσότεροι από 35.000 Ελληνες, με ελληνικά και σοβιετικά διαβατήρια, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν βίαια τις εστίες τους, για να καταλήξουν, μετά από 15 ημέρες δύσκολου ταξιδιού στη Σιβηρία, καταμεσής της στέπας στο Ουζμπεκιστάν.

Εντούτοις, η ιστορία του παραπάνω εκτοπισμού ξεκινάει πολύ νωρίτερα από τις 13 με 14 Ιουνίου του 1949, όταν εντέλει πραγματοποιήθηκε. Σε απόσπασμα των «New York Times», της Δευτέρας 12 Σεπτεμβρίου 1949, υπογεγραμμένο από τον εκδότη της εφημερίδας Αρθουρ Χέις Σουλτσμπέργκεραναφέρεται ότι τον εκτοπισμό του Ιουνίου είχε «προαναγγείλει», τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου, ο Μπαγκίροφ, γενικός γραμματέας του ΚΚ του Αζερμπαϊτζάν, όταν σε τοπικό συνέδριο του κόμματος κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στην Τουρκία και στο Ιράν, εφιστώντας ταυτόχρονα την προσοχή στους «πράκτορες του εχθρού, κατασκόπους, σαμποτέρ και σε όλα τα ύποπτα στοιχεία της περιοχής». Παράλληλα, ο Μπαγκίροφ αναφέρθηκε και στον επικίνδυνο ρόλο αλλοδαπών στοιχείων σε ευαίσθητα σημεία της σοβιετικής επικράτειας, φωτογραφίζοντας ενδεχομένως τους Τούρκους και Ελληνες υπηκόους της Μαύρης Θάλασσας.

Σε επίπεδο γεωπολιτικής, η περιοχή των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όχι μόνο του ξένου τύπου, αλλά και των προξενικών αρχών. Σε απόρρητο έγγραφο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρεται ότι η ΕΣΣΔ προετοιμάζεται εντατικά για ενδεχόμενο πόλεμο (σήμερα γνωρίζουμε ότι οι υποψίες τους πήγαζαν από την όλο και πιο εντατική ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας της ΕΣΣΔ). Η Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1949, αναφέρει μάλιστα ότι υπάρχουν ομάδες πρακτόρων ακόμη και μέσα στη MVD, έτοιμες να δράσουν εναντίον της σοβιετικής εξουσίας σε περίπτωση πολέμου με τη Δύση. Σύμφωνα με άλλο εμπιστευτικό έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, από έγκυρες –όπως διευκρινίζεται– πληροφορίες, οι ξένοι πληθυσμοί εκτοπίστηκαν από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας για να μην διαρρεύσουν πληροφορίες σχετικά με την κατασκευή της ατομικής βόμβας και για να διεξαχθούν με ασφάλεια στρατιωτικές ασκήσεις σε μια «δύσκολη» περιοχή, όπου η ΕΣΣΔ συνορεύει με το Ιράν και την Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο ότι σε άρθρο της σουηδικής εφημερίδας «Dagens Nyheter» (18 Οκτωβρίου 1949), αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός των ξένων πληθυσμών έγινε λόγω της προετοιμασίας κατασκευής της ατομικής βόμβας και της καθόδου στρατευμάτων στα σύνορα με την Τουρκία και το Ιράν.

33a9bc133719e78c53d5a9e8ad1a7c27

Πράγματι, στο Σουχούμι της Αμπχαζίας ειδικά, από το 1945 ομάδα Γερμανών επιστημόνων, που είχε προσληφθεί γι' αυτό τον σκοπό από τη σοβιετική εξουσία, πραγματοποιούσε έρευνες για μελλοντικές πηρυνικές δοκιμές σε δύο νοσοκομεία της πόλης. Στη βάση αυτών των ερευνητικών προγραμμάτων «στήθηκε» αργότερα το φυσικοτεχνικό ινστιτούτο της πόλης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ο λόγος του εκτοπισμού έγκειται στην προσπάθεια των σοβιετικών αρχών να μην διαρρεύσουν αρχεία σε «ξένους» αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα που ήταν σε εξέλιξη. Αποτελεί παρόλα αυτά τροφή για περαιτέρω έρευνα πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Αν δώσουμε βάση μόνο στα παραπάνω και αν δούμε ότι ο εκτοπισμός του 1949 δεν είναι εκτοπισμός μόνο Ελλήνων, αλλά και Τούρκων, Ιρανών, και Αρμενίων που συμμετείχαν στο κόμμα Ντασνάκ, τότε δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να ισχυριστούμε ότι αυτός αποτελεί ένα εκδικητικό μέτρο εναντίον του ελληνικού στοιχείου της περιοχής, ούτε να τον συσχετίσουμε με το τέλος του Εμφυλίου στην Ελλάδα. Ειδικά αυτό το τελευταίο είναι μάλλον μια ιδέα την οποία έδωσε ο Σολζενίτσιν στο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», έπειτα από κουβέντες με Ελληνες κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Εδώ όμως αξίζει να αναφερθεί ένα γεγονός το οποίο έλαβε χώρα στην περιοχή μετά τον εκτοπισμό και αφορά τις ιδιοκτησίες των εκτοπισμένων Ελλήνων της Αμπχαζίας, που δόθηκαν «για ένα κομμάτι ψωμί» σε μέλη της γεωργιανής κομματικής ελίτ και διανόησης. Οταν ο Νικόλαος Ιωαννίδης παλαιότερα, αλλά και ο Ι. Τζουχά έπειτα, ισχυρίζονται ότι οι περιουσίες των Ελλήνων «ξεπουλήθηκαν», τότε μια νέα παράμετρος εισάγεται στη μελέτη του εν λόγω εκτοπισμού, αυτή του «οικονομικού συμφέροντος» και των οφελών που καρπώθηκαν συγκεκριμένες προσωπικότητες του ΚΚ της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας. Ο Μαλάνια, πρώην στέλεχος της ΜGB της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αμπχαζίας, αγόρασε σπίτι Ελληνα για 2.088 ρούβλια και το μεταπώλησε 30.000 ρούβλια, ενώ και άλλοι «υψηλά ιστάμενοι» του κομματικού μηχανισμού της Γεωργίας «αγόρασαν» σπίτια Ελλήνων σε εξευτελιστικές τιμές.

Επιπρόσθετα, υπάρχει η πληροφορία σύμφωνα με την οποία πολλοί Ελληνες γνώριζαν τι επρόκειτο να συμβεί και φρόντισαν να πωλήσουν τις περιουσίες τους όσο όσο. Σε επίσημο έγγραφο αναφέρεται ότι οι ομογενείς γνώριζαν από τις 10 Ιουνίου ότι θα εκτοπιστούν, οπότε άρχισαν να πωλούν τις ιδιοκτησίες τους σε εξευτελιστικές τιμές. Σύμφωνα με την κατάθεση ενός από αυτούς, υπήρχε οικογένεια στο χωριό Τζάκβα του Μπατούμι, η οποία διέθετε περιουσία αξίας 50.000 ρουβλίων, την οποία το κράτος την εκτίμησε μόνο 200 ρούβλια. Ενας ομογενής δήλωσε: «πωλούμε τα πράγματά μας σε εξευτελιστικές τιμές για να σωθούμε από τον θάνατο εκ πείνας. Και βέβαια σύντομα θα μείνουμε γυμνοί».

Συνολικά, το 1953 βρέθηκαν σε τόπους εξορίας περισσότεροι από 50.000 Ελληνες, διασκορπισμένοι σε πολλές γωνιές της κεντρικής Ασίας. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες για γυναίκες και παιδιά, και σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι από κακουχίες, αλλά και από τη μη εξοικείωση με το κλίμα της στέπας.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Το τέλος του δράματος της εξορίας για τους Ελληνες ήλθε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν με διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ (27 Μαρτίου 1956) ήρθησαν οι περιορισμοί και το καθεστώς του «ειδικού εγκατεστημένου» για Ελληνες, Βούλγαρους, Αρμένιους. Είκοσι μέρες νωρίτερα, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ εξέδωσε διαταγή αμνήστευσης για όσους εκ των τριών προηγουμένων εθνοτήτων είχαν συνεργαστεί με τους ναζί και οι οποίοι είχαν τεθεί σε καθεστώς ειδικής εγκατάστασης μακριά από την Κριμαία, ενώ απαλλάχθηκαν και από την επιτήρηση των οργάνων του MVD. Τέλος, τους επέτρεπε να μετακινηθούν οπουδήποτε επιθυμούσαν στη σοβιετική επικράτεια εκτός από τη χερσόνησο της Κριμαίας, όπου οι Ελληνες κατοικούσαν ήδη από τον 19ο αιώνα και παλαιότερα. Τον Νοέμβριο του 1989 η σοβιετική εξουσία ήλθε να αποκατστήσει μια σειρά από λαούς οι οποίοι εκτοπίστηκαν λόγω αυθαίρετων, τις περισσότερες φορές, υποθέσεων.

Οι Ελληνες που βίωσαν τον εκτοπισμό θυμούνται ακόμη και σήμερα το γεγονός ως εξορία. Οι μνήμες τους είναι μοιρασμένες ανάμεσα σε μια ζωή που βιώθηκε στον Καύκασο, στη Σιβηρία, στην Ελλάδα, αλλά και σε μια ζωή που θα ήθελαν να βιωθεί στις περιοχές του τουρκικού Πόντου.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

P. Ahonen (επιμ.): PEOPLE ON THE MOVE: FORCED POPULATION MOVEMENTS IN EUROPE IN THE SECOND WORLD WAR AND ITS AFTERMATH, Berg, Νέα Υόρκη 2008.

B. Anderson - M. Gibney - E. Paoletti (επιμ.): The Social, Political and Historical Contours of Deportation, Springer, Νέα Υόρκη 2013.

V. Berdinskikh: EΙΔΙΚΟΙ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΙ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Novoe Literatournoe Obozrenie, Μόσχα, 2005 (από τα ρωσικά)N. Bugai: ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΕΙ Η NKVD ΤΗΣ ΕΣΣΔ... NA EKTOΠΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, INSAN, Μόσχα, 1999 (από τα ρωσικά).

N. Bugai: ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ ΠΡΟΣ ΛΑΒΡΕΝΤΙ ΜΠΕΡΙΑ: «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΚΤΟΠΙΣΟΥΜΕ», Drujba Narodov, Μόσχα, 1992 (από τα ρωσικά).

C. Carmichael: ETHNIC CLEANSING IN THE BALKANS: NATIONALISM AND THE DESTRUCTION OF TRADITION, Routledge, Λονδίνο, 2002.

I. Djoukha: TΑ ΕΣΕΛΟΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ, Aleteia, Αγ. Πετρούπολη, 2008 (από τα ρωσικά).

ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΟΥΚΡΑΝΙΚΑ ΕΔΑΦΗ: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ, ΕΓΓΡΑΦΑ, ΧΑΡΤΕΣ, Libid, Κίεβο, 2000 (από τα ουκρανικά). N. Ioannidis: OΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΑΜΠΧΑΖΙΑΣ, εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα 2013.

P. A. Kesmedji: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ, AMENA, Συμφερόπολη 1996 (από τα ρωσικά).

T. Martin: «THE ORIGINS OF SOVIET ETHNIC CLEANSING», Journal of Modern History, Vol. 70, No. 4. (1998), σ. 813-861.

P. Otto: «THE DISPERSAL OF THE CRIMEAN AND BLACK SEA GREEKS», Journal of the Hellenic Diaspora, Vol. 22 (1996), σ. 101-113.

P. Panayi - P. Virdee (επιμ.): REFUGEES AND THE END OF EMPIRE: IMPERIAL COLLAPSE AND FORCED MIGRATION IN THE TWENTIETH CENTURY, Palgrave Macmillan, Basingstoke 2011.

P. Polian: AGAINST THEIR WILL: THE HISTORY AND GEOGRAPHY OF FORCED MIGRATIONS IN THE USSR, Central European University Press, (δεν αναφέρεται τόπος), 2003.

E. Voutira: PONTIC GREEKS OF THE FORMER SOVIET UNION: DIASPORA AND AFFINAL REPATRIATION, διδακτορική διατριβή, University of Cambridge, Κέμπριτζ, 2006.

V. N. Zemskov: «ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ, ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΡΙΣΤΩΝ (1930-1950)», περιοδικό ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, (δεν υπάρχει στο περιοδικό τόπος) 1999, τόμος 8, Νο4 Σελ.114-124

 

 

Δημήτρης Καταϊφτσής 

Αγγελική Μακρογιώργη

 

Για το περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ