Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Aπο την τσαρική Ρωσία στην ΕΣΣΔ : το ζήτημα των εθνοτητων και η ελληνικη περιπτωση

 

 

 

Aπο την τσαρική Ρωσία στην ΕΣΣΔ : το ζήτημα των εθνοτητων και η ελληνικη περιπτωση

  

Η ιστορία των Ελλήνων της μεσοπολεμικής ΕΣΣΔ είναι πέρα από μια μεγάλη περιπέτεια κι ένας μύθος. Από τους ανθρώπους που στοιβάζονται στα καράβια των πλοίων με προορισμό την Ελλάδα μετά την Επανάσταση, από αυτούς που σηκώνουν το κόκκινο λάβαρο της Επανάστασης, σε εκείνους που απολαμβάνουν τις φυσικές ομορφιές της Αμπχαζίας, σε εκείνους που ζουν πεθαίνοντας στα Κολιμά, σκιαγραφείται μια ιστορία πλημμυρισμένη από αντιθέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικού φύλου, ηλικίας, κοινωνικής τάξης, ταυτότητας. Η στάση των σοβιετικών αρχών απέναντι στους Έλληνες αντανακλά όλες τις παραπάνω αντιφατικές εικόνες. Από την αυτοδιάθεση και την εθνική ανάπτυξη, στον ταξικό πόλεμο και στον εκπολιτισμό και την αποεθνοποίηση, η εμπειρία έδειξε ότι κομμουνισμός χωρίς ελευθερία είναι βαρβαρότητα.      

   

3937625_1052103.jpg

                                                               

1. Το εθνοτικο ζητημα στην αυτοκρατορικη ρωσια και στην εσσδ του μεσοπολεμου

 

            Το ζήτημα των εθνοτήτων στο «ρωσικό χώρο», αν θα μπορούσαμε να ονομάσουμε έτσι, το γεωγραφικό πεδίο από τη «Βαβέλ των γλωσσών», ή αλλιώς τα βουνά του Καυκάσου, έως τα βάθη της Σιβηρίας και την Άπω Ανατολή (Τσουκοτκά στο βορρά – Βλαδιβοστόκ στο νότο, όπως είναι διαμορφωμένα σήμερα τα όρια του ρωσικού κράτους), είναι ανεξάντλητο, πολυεπίπεδο, και έχει απασχολήσει χιλιάδες ερευνητές. Οι τελευταίοι προσπάθησαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο να βρουν καταρχάς, εκείνες τις κινητήριες δυνάμεις που επέβαλλαν τις μετακινήσεις εθνοτικών ομάδων που ζούσαν ήδη ή που αποφάσισαν για πρώτη φορά να εγκατασταθούν στα εδάφη μιας αχανούς αυτοκρατορίας, όπως επίσης και την πολιτική του ρωσικού κράτους απέναντί τους, στο πέρασμα των αιώνων.       

            Από την απελευθέρωση της Ρωσίας από το μογγολικό ζυγό και την ανάδειξη του Ιβάν του 3ου, ως «Μέγα Δούκα πασών των Ρωσιών», έως και σήμερα θα παρατηρήσουμε μια μεγάλη αλλαγή αναφορικά με τη μελέτη του ζητήματος της πολιτικής της κεντρικής εξουσίας έναντι των εθνοτήτων, την οποία αρκετοί ιστορικοί δεν αντιλαμβάνονται : το πέρασμα από την Ρωσική (και μετέπειτα σοβιετική) Αυτοκρατορία σε ένα σύγχρονο Ρωσικό Κράτος αλλάζει την αντίληψη της ίδιας της κεντρικής εξουσίας για τους λαούς της, ενώ ο ολοκληρωτισμός, κυρίαρχος την τσαρική περίοδο, αλλά και τη σοβιετική, παίρνει διαφορετική μορφή, καλυμμένος πλέον υπό το πέπλο της δημοκρατίας δυτικοευρωπαϊκού τύπου, ή μιας καρικατούρας αυτής. Με άλλα λόγια, αν έως και το 1989, η κεντρική εξουσία είχε τη δυνατότητα να διαλύει εθνικές κοινότητες, να εκτοπίζει, να μετακινεί βίαια «μικρούς λαούς» στα βάθη της Σιβηρίας χωρίς καν να το ανακοινώνει δημόσια, σήμερα μπορεί απλά να τις επιβάλλεται στρατιωτικά, να προχωρεί σε μικρής κλίμακας πογκρόμ, όπως συμβαίνει με τους Τσετσένους. Το παράδοξο είναι ότι αυτό που δεν άλλαξε εδώ και μερικούς αιώνες, και από εκεί θα ξεκινήσει η αφήγησή μας, είναι ο λεγόμενος «μεγαλορωσικός εθνικισμός».     

 

RVkL_rtrHYM.jpg

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η προσπάθεια του τσαρικού καθεστώτος να βασίσει την ύπαρξή του σε μία και μόνο εθνική ομάδα, το «αυτοκρατορικό ρωσικό έθνος», έφερε σε δυσχέρεια τις υπόλοιπες εθνότητες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Όσο εντείνονταν οι προσπάθειες εκρωσισμού, τόσο μικρές και μεγάλες εθνοτικές ομάδες αναζητούσαν μεγαλύτερες δόσεις ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Από τα μισά του 19ου αιώνα έως και το τέλος της τσαρικής περιόδου, η ρωσική αυτοσυνείδηση κατέληξε να γίνει ταυτόσημη έννοια του εθνικισμού. Στις αρχές του 20ου αιώνα μάλιστα, ο ρωσικός εθνικισμός έκανε την παρουσία του στην πολιτική ζωή, με τη δημιουργία πολιτικών κομμάτων και ομάδων, εκφράζοντας κυρίως έναν άκρατο αντισημιτισμό και παρέχοντας πλήρη στήριξη στις πολιτικές επιλογής της τσαρικής αυλής. Πέρα από το μίσος για το εβραϊκό στοιχείο, στο στόχαστρο βρέθηκαν οι λαοί με μογγολικά χαρακτηριστικά, αλλά και διάφοροι λαοί του Καυκάσου. Το εθνικιστικό παραλήρημα, ή καλύτερα το «δεξί χέρι» των Ανακτόρων, διήρκησε μέχρι το 1917, όταν μετά την Επανάσταση όλες οι ρωσικές εθνικιστικές οργανώσεις, αλλά και οι ηγέτες τους εκδιώχθηκαν από τους μπολσεβίκους. Άμεσα, όλες οι εθνότητες, μικρές ή μεγάλες, αναγνωρίστηκαν από τη σοβιετική εξουσία ως έθνη με αναγνωρισμένη ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, άρχισε να παρατηρείται μια αναζωπύρωση των διαδικασιών ανάπτυξης της συνείδησης των καταπιεσμένων, από το τσαρικό καθεστώς, λαών, με τα κινήματα εθνικής αυτονομίας να αρχίζουν να διαδέχονται το ένα το άλλο, γεγονός που θα προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις στο επιτελείο της καινούριας εξουσίας. Με την επικράτησή τους, τον Οκτώβρη του 1917, οι μπολσεβίκοι αντιλήφθηκαν ότι οι εθνικές σχέσεις στη Ρωσία αποτελούν ένα ζήτημα δυσεπίλυτο, ρευστό, το οποίο δε θα μπορούσε να διευθετηθεί μια για πάντα. Σχεδόν όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΚΚ υπερτόνιζαν τη σημασία των εθνικών ζητημάτων, και κυρίως ο μετέπειτα ΓΓ του ΚΚ, Ι. Β. Στάλιν:

« Το ζήτημα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στους λαούς της ΕΣΣΔ, δεν μπορεί να μην έχει για εμάς πρωταρχική σημασία».   

Το έργο του «Ο μαρξισμός και το εθνο-αποικιακό ζήτημα», το οποίο αποτελούσε αρχικά και τη μόνη θεωρητική ανάπτυξη των εθνοτικών προβλημάτων από τους μπολσεβίκους, αποτέλεσε τη βάση για ότι σχετικό γράφονταν εκείνα τα χρόνια σε σχέση με το θέμα. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας ηγούνταν τότε του Λαϊκού Κομισαριάτου για το ζήτημα των εθνοτήτων. Αρκετά επιφυλακτικός για το ζήτημα της «ομοσπονδοποίησης», σε αντίθεση με τον Λένιν, εξέφραζε πάντα το φόβο ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και μετά την παγίωση μιας επαναστατικής εξουσίας, στον σεπαρατισμό και την απόσχιση, γεγονός το οποίο θα απειλούσε το ενιαίο της χώρας. Μάλιστα την πρώτη περίοδο μετά το 1917 είχε συντάξει μια σειρά από άρθρα στα οποία υπεραμύνονταν της θέσης για ένα  ενιαίο κράτος με ξεχωριστή θέση στην κοινωνία των υπολοίπων κρατών.  

Με την εγκαθίδρυση του σοβιετικής εξουσίας, οι προσπάθειες των ηγετών της Επανάστασης να υιοθετήσουν μια ενιαία πολιτική για τους λαούς της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, θα πέσουν στο κενό, και μελλοντικά θα αποδειχτεί ότι η φιλία και η κοινότητα των λαών της ΕΣΣΔ δε θα πάρει ποτέ ουσιαστικό περιεχόμενο. Αρχικά, οι μπολσεβίκοι, ήρθαν σε επαφή με τους εκπροσώπους των ελίτ μικρών και μεγάλων εθνικών ομάδων, προτείνοντας τους εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία στα πλαίσια ενός ομόσπονδου κράτους, στο οποίο οι εθνότητες θα έβρισκαν το χαμένο έδαφος ανάπτυξης της ταυτότητας και των ξεχωριστών χαρακτηριστικών τους, και θα συντελούσαν στη διαδικασία οικοδόμησης μιας πολυεθνικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η διαδικασία αυτή συνάντησε αρκετά εμπόδια, καθώς στους κόλπους των διαφορετικών εθνών, αναδύθηκαν αμέσως τα πρώτα σεπαρατιστικά κινήματα, πολλά από τα οποία, είτε με την πολιτική πίεση, είτε με την επέμβαση του Κόκκινου Στρατού θα διαλυθούν προς όφελος της ένταξης σε μια «Σοβιετική Ένωση».

Για τους μικρούς λαούς, όπως η ελληνική διασπορά, η διοικητική και γεωγραφική αυτονομία, σε πρακτικό επίπεδο θα μεταφραστεί σε  θεσμοθέτηση εθνικών αγροτικών σοβιέτ (selsovet) και σοβιέτ περιοχών, γεγονός πρωτόγνωρο γι’ αυτούς καθότι ουδέποτε αποτέλεσε μια βιωμένη ιστορικά εμπειρία. Πέρα από αυτό όμως, το ζήτημα των λεγόμενων «διασπορών» ή των μικρών λαών οι οποίοι είτε ήταν λίγοι πληθυσμιακά, είτε δεν είχαν σταθερό γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν είχε διεξοδικά αναλυθεί στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας. Τα επόμενα χρόνια μετά την Επανάσταση, οι αντιμαχίες της σοβιετικής πολιτικής διανόησης στα πεδία της «ομοσπονδοποίησης» της χώρας, των ορίων της «εθνικής αυτονομίας», δε συμπεριελάμβαναν θέματα τα οποία είχαν να κάνουν με τις διασπορές. Ο ορισμός του ρόλου και τη θέσης των μικρών εθνοτήτων της σοβιετικής Ρωσίας, αλλά ειδικότερα των Ελλήνων που μας ενδιαφέρουν εδώ, πραγματοποιήθηκε από τον Ι. Στάλιν λίγο πριν την έναρξη του 10ου Συνεδρίου του ΚΚ: αναφερόμενος στους λαούς του Καυκάσου, θα τους χαρακτηρίσει ως «βουνίσιους» (gortsy) και καθυστερημένους, οι οποίοι συνεχίζουν να διατηρούνε τον πατριαρχικό τρόπο ζωής. Μια δεύτερη κατηγορία λαών, όπως οι Έλληνες, οι Γερμανοί, οι Βούλγαροι, οι Εβραίοι, οι Κούρδοι, κτλ., θα χαρακτηριστούν ως «ευμετάβλητες εθνοτικές ομάδες», οι οποίες δεν έχουν ούτε συγκεκριμένες ταξικές δομές, ούτε και συγκεκριμένο χώρο εγκατάστασης ιστορικά οριοθετημένο.

nazvopros.jpg

Για όλους αυτούς του λαούς, οι οποίοι αποτελούσαν μη-ρωσικές εθνικές μειονότητες, από τις αρχές της δεκαετίας του ’20, έως και τα μέσα του ’30, η σοβιετική κυβέρνηση ακολούθησε μια πολιτική προώθησης του πολιτισμού και της γλώσσας τους, η οποία πήρε την ονομασία «korenizatsiia» (από το ρωσικό “koren”, το οποίο μεταφράζεται ως ‘ρίζες’), πολιτική στην οποία περιλαμβάνονταν η δημιουργία και στήριξη εθνικών σχολείων, εφημερίδων, περιοδικών, εκδοτικών οίκων και θεάτρων. Αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν και η «χρυσή περίοδος» για την ανάπτυξη της εθνικής κουλτούρας, φυσικά με όρους «σοσιαλιστικού διαφωτισμού», η οποία δεν αφορούσε μόνο μια χούφτα ανθρώπων αλλά το σύνολο όσων απάρτιζαν μια εθνική μειονότητα. Το τέλος της, έρχεται σταδιακά μετά το θάνατο του Κίροφ το 1934, όπου η κεντρική εξουσία αρχίζει να διευρύνει τα όρια του ολοκληρωτισμού μέσα στα οποία διοικεί. Μερικά χρόνια αργότερα παρατηρείται μια σταδιακή επαναφορά του ρωσικού εθνικιστικού Λόγου, ενδεχομένως εν ίδει συσπείρωσης ενόψει του επερχόμενου πολέμου, ενώ αρχίζουν να εισάγονται όλο και περισσότερο στο λεξιλόγιο της εξουσίας εκφράσεις όπως «ο δοξασμένος ρωσικός λαός», «ο επιλεγμένος λαός», κτλ. Ίσως, εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, να κλείνει οριστικά ένας μικρός κύκλος, στον οποίο ηγεμόνευε μια συγκεκριμένη ενιαία πολιτική αντίληψη για τους λαούς της ΕΣΣΔ, και να επαναφέρονται στον κυρίαρχο λόγο οι αντιστίξεις προοδευτικός/καθυστερημένος, καλός/κακός, εχθρικός/φιλικός. Το κλείσιμο των εθνικών σχολείων, των εκδοτικών οίκων και η καταστολή της έκφρασης, συνοδεύτηκε από την οργάνωση και την εκτέλεση «εθνικών επιχειρήσεων» σε βάρος συγκεκριμένων λαών το 1937-1938, και η έναρξη του κύματος των εκτοπισμών πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τον πόλεμο, το οποίο αποτέλεσε ταφόπλακα για οποιαδήποτε προϋπόθεση μελλοντικής ομόνοιας μεταξύ των σοβιετικών λαών. Κι αυτό φάνηκε με την έξαρση του εθνικισμού μέσα στις εθνικές μειονότητες στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τη σύρραξη Γεωργίας – Αμπχαζίας (1992-1993).     

 

2. Πολιτικη σταση και τακτικες της σοβ. εξουσιας απεναντι στις ελληνικες κοινοτητες

 

Στη δυτική βιβλιογραφία, οι Έλληνες της ΕΣΣΔ εντάσσονται σε μια ενιαία πληθυσμιακή κατηγορία, που αποτελεί το ευρύτερο σύνολο των πάλαι πότε ελληνοποντιακών κοινοτήτων της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κι έτσι αναφέρονται ως «PonticGreeks». Ο συγκεκριμένος όρος, ουδέποτε υπήρξε επίσημα στην πρώην Σ. Ένωση, κι αυτό είναι εμφανές στις απογραφές των πληθυσμών του Μεσοπολέμου (1926, 1939). Όμως δεν υπήρξε ούτε ανεπίσημα, καθώς ο «Ελληνοπόντιος» αποτελούσε περισσότερο έναν γεωγραφικό προσδιορισμό κι όχι μία ξεχωριστή εθνοτική ή πολιτισμική ταυτότητα. Σήμερα παρόλα αυτά, ο όρος όχι μόνο έχει σχετιστεί με ένα συγκεκριμένο κομμάτι ανθρώπων, οι οποίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την ΕΣΣΔ από τις δεκαετίες ΄60-’70 έως και σήμερα, αλλά αποτελεί μια ταυτότητα αναγνωρισμένη συνειδησιακά σε αυτούς που τη φέρουν, αλλά και στην ελληνική κοινωνία, γεγονός βέβαια, το οποίο ξεφεύγει αρκετά από τα πλαίσια της παρούσας μελέτης.  

            Αφήνοντας στην άκρη το ζήτημα του ενιαίου της ταυτότητας, οι περισσότεροι μελετητές χαρακτηρίζουν το σύνολο των ελληνικών κοινοτήτων της πρώην ΕΣΣΔ, ως «διασπορά», η οποία δημιουργήθηκε έπειτα από κύματα μετακινήσεων, βίαιων και μη, διαφορετικών ελληνικών πληθυσμών, πριν και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

            Πέρα από τις διαφορετικές αποχρώσεις που έχει η καθεμία από τις ελληνικές κοινότητες της πρώην ΕΣΣΔ, είτε σε επίπεδο γλωσσικό, είτε σε πολιτισμικό, είτε ακόμη και σε συνειδησιακό (ταυτότητας), δύο είναι οι κύριες ομάδες που διαμορφώνουν το ελληνικό στοιχείο μετά το 1922-1923: Οι πρόσφυγες από την πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίοι φτάνουν κατά κύματα στον ρωσικό χώρο και στον Καύκασο από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τη συνθήκη της Λωζάνης, και οι Έλληνες οι οποίοι ήταν εγκαταστημένοι από πριν σε πόλεις και χωριά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, και οργανωμένοι σε πιο συμπαγείς κοινότητες. Αυτές οι δύο ομάδες ήρθαν σε επαφή, δημιουργήθηκαν νέες εγκαταστάσεις, κι έτσι άλλαξε και το δημογραφικό και το πολιτισμικό στοιχείο των ελληνικών κοινοτήτων. Το κομμάτι των Ελλήνων της Ανατολής, το οποίο μετεγκαταστάθηκε στη Ρωσία και τα παράλια της Μ. Θάλασσας, τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου έως και τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποτέλεσε τον κύριο κορμό αυτών που ονομάζουμε «σοβιετικοί Έλληνες». 

cimg4899__.jpg

  Πριν από αυτούς, το άλλο κομμάτι Ελλήνων που προαναφέραμε, αυτοί δηλαδή που προϋπήρχαν σε περιοχές όπως η Οδησσός, η Κριμαία και μετέπειτα η Μαριούπολη κτλ., ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, λάμβαναν αρκετά προνόμια από το τσαρικό καθεστώς. Για παράδειγμα, στη Μαριούπολη υπήρχε ελληνικό δικαστήριο και ελληνική «βουλή». Επίσης, λόγω της αυξημένης εμπορικής δραστηριότητας, η χρηματοδότηση και η κατασκευή σχολείων, συλλόγων, πνευματικών ιδρυμάτων, εκκλησιών, ήταν δεδομένη, είτε με τη συμβολή όλων των κατοίκων των κοινοτήτων, είτε μέσω ευεργεσιών από «επιφανείς πολίτες». Αλλά και οι Έλληνες έποικοι του Καυκάσου, ως «ομόδοξα αδέρφια» των Ρώσων, σύμφωνα με την έκφραση του Κοτσώνη, έλαβαν κι αυτοί με τη σειρά τους την αμέριστη υποστήριξη των ρωσικών αρχών, οι οποίες τους παρείχαν όλες τις δυνατότητες για αυτόνομη ανάπτυξη, διατήρηση της γλώσσας, της κουλτούρας και των εθνικών παραδόσεων. Έλληνες δεν έλειψαν ούτε από τα μεγάλα δημόσια έργα που πραγματοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή, όπως ο Πολεμικός Δρόμος της Γεωργίας, η κύρια αρτηρία που ένωνε τη Γεωργία με τη Ρωσία, ούτε από την κατασκευή μεγάλων ναών, όπως εκείνου της πόλης Αλαγκούρε στη Βόρεια Οσσετία, της Παναγίας και του Άγιου Παντελεήμονα στο Βλαντικαβκάζ. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, οι έμποροι και η ελληνική αστική τάξη, με τη στήριξη της εκκλησίας, αλλά και της αυτοκρατορικής αρχής, φρόντιζε πέρα από τη μακροημέρευσή της, και για την ανάπτυξη των κοινοτήτων, μέσω της ελληνικής εκπαίδευσης και της αφύπνισης της εθνικής συνείδησης. Αυτή η διαδικασία, η οποία κράτησε καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, θα διακοπεί βίαια με τα επαναστατικά γεγονότα του 1917.  

            Η εθνική ανάταση των αρχών του 19ου αιώνα στις ελληνικές κοινότητες της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, άρχισε να δείχνει σημάδια παρακμής τις τελευταίες δεκαετίες, με την αναγέννηση του ρωσικού εθνικισμού, και τις διαδοχικές καμπάνιες εκρωσισμού των εθνικών μειονοτήτων, με αποτέλεσμα, η εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα και η πολιτιστική δραστηριότητα να περιοριστούν, ο αριθμός των σχολείων να μειωθεί, και οι αρχές να διορίζουν Ρώσους αντί για Έλληνες δάσκαλους. Εντούτοις, στους κόλπους των κοινοτήτων συνεχιζόταν ο αγώνας για εκπαιδευτική και πολιτισμική αυτονομία, κι έτσι πολλά ελληνικά σχολεία δε σταμάτησαν να λειτουργούν. Σε αυτά, το 1917, φοιτούσαν περίπου 50.000 μαθητές. Πολλές κοινότητες όχι μόνο δεν πτοήθηκαν από την πολιτική τακτική του εκρωσισμού, αλλά φρόντισαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω, προς την κατεύθυνση της κοινωνικής και πολιτισμικής ενοποίησής. Τότε χρονολογείται περίπου και η ίδρυση πολλών θεάτρων, εκδοτικών οίκων, εφημερίδων και περιοδικών στις περιοχές του Βατούμ, Ροστόβ, Κρασνοντάρ (πρώην Εκατερινοντάρ), Οδησσού. Ο σκοπός ήταν ένας και μοναδικός : η διατήρηση με κάθε τρόπο της ελληνικής παιδείας, της ορθόδοξης πίστης και του συνόλου των εθνικών θεσμών. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, η νεαρή σοβιετική εξουσία κατήργησε ουσιαστικά τα εμπόδια που είχε επιβάλλει το προηγούμενο καθεστώς στην εθνική ανάπτυξη των μικρών εθνοτήτων, μαζί με αυτών και των Ελλήνων.

            Το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο διαμόρφωσε την αρχική στάση της νεοσύστατης σοβιετικής εξουσίας έναντι των ελληνικών κοινοτήτων ήταν η εισβολή των ελληνικών στρατευμάτων στην Κριμαία το 1919 και η συνεργασία ενός κομματιού των Ελλήνων με το εκστρατευτικό σώμα, ειδικά στην Οδησσό. Τότε μάλιστα, Έλληνες αξιωματούχοι είχαν προβεί σε συναντήσεις με την ουκρανική Rada, ανώτατο όργανο της βραχύβιας Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας (1917-1920), η οποία ζήτησε τη βοήθεια των ελληνικών πληθυσμών για ενδεχόμενο πόλεμο με τον Κόκκινο Στρατό, με αντάλλαγμα τη δημιουργία αυτόνομης ελληνικής δημοκρατίας στα πλαίσια ενός νέου ουκρανικού κράτους. Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα του Κ. Ρακόβσκι, κύριου εκπροσώπου των μπολσεβίκων στην Ουκρανία, προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο απειλούσε τις ελληνικές αρχές, προειδοποιώντας για πιθανά αντίποινα των Κόκκινων εναντίον των ελληνικών κοινοτήτων. Με την παρέμβαση του Έλληνα μαθηματικού και φιλομπολσεβίκου Τομπουλίδη, καθώς και άλλων διανοούμενων της Οδησσού, οι οποίοι απέτρεψαν την έξοδο 2.000 Ελλήνων από την πόλη- προς την Ελλάδα, αλλά και με την προσχώρηση στο κόκκινο στρατόπεδο ολόκληρων χωριών ή περιοχών, από τον Καύκασο και τη Μαριούπολη έως και την Κριμαία, η στάση της σοβιετικής εξουσίας έναντι των Ελλήνων «μαλάκωσε», κι άρχισαν να δίνονται οι πρώτες εγγυήσεις στους εκπρόσωπους των κοινοτήτων για μια ασφαλή και ειρηνική ζωή στην υπό ίδρυση ΕΣΣΔ. 

Rappoport_Rakovski_Krassine_et_Voline_1924_Meurisse.jpg

Ακόμη και μετά την Επανάσταση, στους ελληνικούς πληθυσμούς, το εθνικό αίσθημα ήταν πολύ πιο ισχυρό από την ταξική συνείδηση, γεγονός το οποίο προκαλούσε ανησυχία στις σοβιετικές αρχές. Κι αυτός ήταν καθοριστικός παράγοντας για τον «βαθμό εμπιστοσύνης» που διαμόρφωνε η κεντρική εξουσία απέναντι στις εθνότητές. Αυτό που θα μελετήσουμε στην πορεία του παρόντος άρθρου είναι το κατά πόσο η στάση των σοβιετικών αρχών απέναντι στους Έλληνες είχε, ή απέκτησε στην πορεία, ενιαίο πρόσημο.  Είναι αλήθεια ότι, πολλοί Έλληνες φτωχοί αγρότες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα ρωσικά εδάφη βρήκαν στήριγμα στις διακηρύξεις της σοβιετικής εξουσίας και στις μαρξιστικές ιδέες κι έτσι και οι μπολσεβίκοι από την πλευρά τους, τους αντιμετώπισαν διαφορετικά από την ελληνική αστική τάξη- προνομιούχο της τσαρικής Ρωσίας.

Οι Έλληνες αστοί, έφυγαν από τη χώρα κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου- αλλά και αργότερα, βλέποντας τις περιουσίες τους απαλλοτριωμένες από τις αρχές. Το ίδιο συνέβη και στις ελληνικές περιοχές του Καυκάσου και της σημερινής Γεωργίας, όπου οι εύποροι Έλληνες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, για ένα πιο φιλικό προς αυτούς περιβάλλον, αυτό της ιστορικής τους πατρίδας, της Ελλάδας.     

            Μετά τον εμφύλιο, όταν και είχε διακοπεί οριστικά η δραστηριότητα των Ελλήνων μεγαλεμπόρων, στα πρώτα χρόνια της συγκρότησης της ελληνικής διασποράς, οι σοβιετικές αρχές, δεν τηρούσαν πάντα το περιεχόμενο των διακηρύξεων τους και έβαζαν συχνά εμπόδια στην έκφραση του ελληνικού στοιχείου, κι αυτό διότι έπρεπε να βρεθεί μια «νέα διανόηση», η οποία ναι μεν θα είχε πρωτοποριακό ρόλο στην αναγέννηση του εθνικής ταυτότητας, αλλά θα φρόντιζε να την  προσαρμόσει στα στενά πλαίσια του μαρξισμού-λενινισμού. Έτσι, βρέθηκαν σε δυσμένεια, προσπάθειες οργάνωσης ελληνικών κοινοτήτων, οι οποίες, παρόλο που συμβάδιζαν σε τυπικό-νομικό πλαίσιο με την «πολιτική αναγέννησης των λαών της ΕΣΣΔ», κρίθηκαν ως πολιτικά ανώφελες και έμειναν στα χαρτιά. Για παράδειγμα, ο Σύλλογος των Ελλήνων της Μόσχας, άρχισε να λειτουργεί την εποχή της περεστρόικα, τουτέστιν μετά από έξι δεκαετίες, όταν το 1923 είχε προταθεί από μέλη της κοινότητας της πόλης να δημιουργηθεί ένας «πολιτιστικό-διαφωτιστικός σύλλογος Ελλήνων πολιτών», ο οποίος να εκπροσωπεί το ελληνικό στοιχείο της πόλης και του κυβερνείου της. Η κατάθεση των δικαιολογητικών είχε γίνει στο Σοβιέτ της πόλης, το οποίο με τη σειρά του παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο γραφείο για τις βαλκανικές χώρες του Δυτικού Παραρτήματος του Λαϊκού Κομισαριάτου Εξωτερικών Υποθέσεων. Το τελευταίο, στις 7 Φεβρουαρίου 1923, αρνήθηκε να παραχωρήσει σχετική άδεια, υπό το πρίσμα της «έλλειψης επαρκών αρχών και της μη αναγνώρισης της δραστηριότητας του συλλόγου ως πολιτικά ωφέλιμου».       

            Στο ζήτημα της οργάνωσης των κοινοτήτων το πρόβλημα ήταν διττό: έπρεπε από τη μία να διατηρηθούν τα εθνικά χαρακτηριστικά τα οποία εξασφάλιζαν το ενιαίο του ελληνικού στοιχείου της ΕΣΣΔ, κι από την άλλη, οι Έλληνες να μην αποτελούν ξένο σώμα στο νέο δημόσιο και κοινωνικό τοπίο που σιγά σιγά διαμορφώνονταν, κι αυτό ήταν μια διαδικασία αρκετά δύσκολη: η ΝΕΠ καθυστέρησε την προλεταριοποίηση της ελληνικών μεσαίων στρωμάτων, καθώς πολύς κόσμος παρέμενε στα χωριά του, αφού πριμοδοτήθηκε αρκετά η μεσαία τάξη, ενώ αρκετοί φτωχοί αγρότες ανέβηκαν σε κοινωνικό στάτους. Έτσι το αίσθημα της ατομικής ιδιοκτησίας ενισχύθηκε, οι παραδοσιακοί θεσμοί διατηρήθηκαν, από τη στιγμή μάλιστα που ούτε ο αντιθρησκευτικός αγώνας, ούτε οι προσπάθειες κατάργησης του πατριαρχικού μοντέλου (εν τοις τύποις τουλάχιστον), είχαν λάβει σοβαρές διαστάσεις τη δεκαετία του ’20. Παρόλα αυτά, η σοβιετική εξουσία, θα βρει άλλα μέσα για να αλλάξει τους συσχετισμούς εξουσίας στις ελληνικές εγκαταστάσεις, στις οποίες μπορεί να απουσίαζε το μεγαλοαστικό στοιχείο, το οποίο είχε ηττηθεί στον εμφύλιο, αλλά σίγουρα υπήρχαν ταξικές ανισότητες, ενώ στην ηγεσία των τοπικών οργάνων και λαϊκών συνελεύσεων, ηγεμόνευαν δυνάμεις που ξέφευγαν από τον έλεγχο του κόμματος. Πριν γίνει λοιπόν ένα «πρώτο ξεκαθάρισμα» με την αποκουλακοποίηση και τις πρώτες διώξεις Ελλήνων «κουλάκων», κατά τη διάρκεια του 1ου Πενταετούς Πλάνου, οι αρχές θα προσπαθήσουν να κερδίσουν σταθερούς συμμάχους κατά τόπους, έτσι ώστε να αποκτήσουν την ελάχιστη κοινωνική νομιμοποίηση για τη διεξαγωγή ενός άνευ όρων πολέμου με αυτούς που στο άμεσο μέλλον κρίνονταν ως «ταξικοί εχθροί» ή «εχθροί του λαού». Καταρχάς, αυτό θα γίνει διαμέσου της πολιτικής της γλώσσας: σε μια προσπάθεια να μπορούν να συμμετέχουν τα απλά, φτωχά και αμόρφωτα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και οι γυναίκες στις πολιτικές διαδικασίες και στο δημόσιο βίο, το 1926, η Πανενωσιακή Συνδιάσκεψη των εκπροσώπων της ιντελιγκέντσιας των διαφόρων κοινοτήτων αποφάσισε την υιοθέτηση ενός απλοποιημένου ελληνικού αλφαβήτου, γεγονός το οποίο προκάλεσε ουκ ολίγες αντιδράσεις, αν όχι διχασμό ανάμεσα στη διανόηση. Το σκεπτικό πίσω από αυτή την κίνηση ήταν απλό και είχε καθαρά ταξικά κριτήρια : το «ευκατάστατο κομμάτι» της ελληνικής υπαίθρου προτιμούσε τη χρήση της ρωσικής γλώσσας στις τοπικές συνελεύσεις, καθώς έτσι συνηθίζονταν πριν τον 1917, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο από τις διαδικασίες ένα κομμάτι του πληθυσμού, το οποίο δε μιλούσε ρωσικά, και ήταν συνήθως το πιο «καθυστερημένο», αλλά και το πιο φτωχό, και το περισσότερο φίλα προσκείμενο στις σοβιετικές μεταρρυθμίσεις στην ύπαιθρο, ειδικά την περίοδο της κολεκτιβοποίησης.

0_4063d_51f2d043_orig.jpgΕντούτοις, ακόμη και με αυτή την τακτική, η σοβιετική εξουσία δεν μπόρεσε να διασπάσει τη συνοχή των κοινοτήτων και να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να αναδειχτούν στον απαιτούμενο βαθμό οι ταξικές ανισότητες, οι οποίες κατά τα άλλα είχαν αμβλυνθεί τον καιρό της ΝΕΠ, και σε πολλές των περιπτώσεων να αποκτούν ολόκληρα χωριά ενιαία στάση έναντι των αρχών, παραμερίζοντας τις κοινωνικές τους διαφορές : αυτό εξηγεί εν μέρει και το γεγονός ότι, λίγα ήταν τα ελληνικά κολχόζ τα οποία διακρίθηκαν, ενώ γενικά η όλη διαδικασία κολεκτιβοποίησης της ελληνικής υπαίθρου καθυστέρησε αρκετά, λόγω της γενικότερης αγραμματοσύνης, της «αντικολχόζνικης προπαγάνδας» και της σθεναρής αντίστασης κυρίως της μεσαίας τάξης, η οποία και επικρατούσε αριθμητικά, αλλά και των λιγοστών μεγαλεμπόρων. Από τη δική της πλευρά, η σοβιετική εξουσία, μέσω της αναστάτωσης που θα προκαλέσει η βίαιη κολεκτιβοποίηση και σε ορισμένες περιοχές, ο λιμός, δείχνει να διαμορφώνει τη στάση της απέναντι στις διαφορετικές ελληνικές κοινότητες με ταξικά κριτήρια, τα οποία, θα δούμε ότι στην πορεία θα μετασχηματιστούν σε εθνικά.                                                                        

          Στο Σότσι και στις γύρω περιοχές όπου υπήρχε ελληνική παρουσία με κυριότερο κέντρο τα Κράσναια Πολιανά, οικισμός στον οποίο η ποιότητα ζωής ήταν αναβαθμισμένη, κάτι το οποίο, εκείνη την εποχή θα μπορούσε να μεταφραστεί από τις αρχές, ως «πλούσιος οικισμός» ή τουλάχιστο με ισχυρό στρώμα μεσαίων και ευκατάστατων ελληνικών νοικοκυριών, η στάση των σοβιετικών οργάνων υπήρξε ανέκαθεν αρνητική. Αλλά ας το δούμε αυτή τη διαδικασία, πως εξελίχτηκε στον ιστορικό ορίζοντα: Το πρώτο μέλημα των Ελλήνων προσφύγων (35 περίπου οικογένειες) στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν και εποίκησαν τη συγκεκριμένη περιοχή, ήταν να φτιάξουν σχολείο και εκκλησία. Ίσως και να απόκτησαν προνομιακή θέση στην περιοχή καθώς οι τσαρικές αρχές φρόντισαν το 1899 να μετατρέψουν τα Κράσναια Πολιανά σε ολόκληρη πόλη, με την κατασκευή εμπορικού δρόμου που την ένωνε με το Άντλερ, και να την μετονομάσουν άμεσα σε Ρομανόβσκ. Η αρνητική διάθεση των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής προς του μπολσεβίκους έπειτα από την παγίωση της σοβιετικής εξουσίας δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια θα σημειωθεί από την περιοχή μαζική φυγή για την Ελλάδα, ενώ και αυτοί που έμειναν και έζησαν τον Μεσοπόλεμο στην περιοχή, παρά την ίδρυση σχολείων και την παραχώρηση εθνικών δικαιωμάτων, κράτησαν τα ελληνικά τους διαβατήρια, ενώ αρνήθηκαν πεισματικά να συμμετέχουν στα τοπικά όργανα διοίκησης. Παρόλα αυτά, σταδιακά η κατάσταση άλλαξε, ίσως και έπειτα από τη σφοδρή πίεση που άσκησαν οι σοβιετικές αρχές: η ίδρυση του ελληνικού πολιτιστικού κέντρου της περιοχής θα αποτελέσει ίσως τον σημαντικότερο θεσμό, αλλά όχι για πολύ, καθώς η «εθνική ανάταση» θα διακοπεί το 1937-1938, όταν, κατά την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου θα συλληφθεί το 70% των ενήλικων υπηκόων του Σότσι και σχεδόν όλος ο ανδρικός πληθυσμός του γειτονικού χωριού Μερτσάν.   

            Και αν στο 1ο Πενταετές Πλάνο τα κριτήρια της πολιτικής στάσης των αρχών απέναντι στις ελληνικές κοινότητες ήταν ταξικά, και υπαγορεύονταν κατά τόπους και όχι στο σύνολο της διασποράς, αυτά θα γίνουν εθνικά, όταν θα υπογραφεί η ντιρεκτίβα για την εφαρμογή της «Ελληνικής Επιχείρησης», με την οποία θα συλληφθούν και θα εκτελεστούν χιλιάδες Έλληνες, διανοούμενοι, αντιφρονούντες, στελέχη του ΚΚ σε τοπικά, αλλά και υψηλά κλιμάκια, δάσκαλοι, παπάδες, κατηγορούμενοι για σαμποτάζ και εθνικιστική δράση. Ταυτόχρονα θα κλείσουν τα ελληνικά θέατρα, σχολεία, εκδοτικοί οίκοι και λοιποί εθνικοί θεσμοί. Αναφορικά με το τελευταίο, από τις αρχές του ’30 και μετά, στον τομέα της εκπαίδευσης, το ιδεολογικό στοιχείο άρχισε να γίνεται όλο και πιο επιτακτικό, με τα συγγράμματα στα σχολεία να γίνονται όλο και πιο στρατευμένα και υποταγμένα στην «κεντρική γραμμή», κι αυτό έως τις 13 Μαρτίου του 1938, όπου έγινε υποχρεωτική η εκμάθηση της ρωσικής γλώσσας σε όλα τα σχολεία των εθνικών περιοχών και δημοκρατιών, σύμφωνα με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ και του Σοβιέτ των Λαϊκών Κομισάριων της ΕΣΣΔ. Την ίδια χρονιά αποφασίζεται το κλείσιμο όλων των ελληνικών σχολείων της Κριμαίας και η μεταφορά των μαθητών σε ρωσικά σχολεία.  

            Στις περιοχές του Β. Καυκάσου, οι μη-αυτόχθονες εθνικές μειονότητες, όπως οι Γερμανοί, οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, είδαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 να μειώνεται το πολιτικό ενδιαφέρον για την ιστορία, τη γλώσσα και την κουλτούρα τους. Λόγω της μη μαζικής συμμετοχής στην οικονομική και πολιτισμική ζωή της περιοχής, οι παραπάνω εθνότητες είτε δέχτηκαν επίθεση στη βάση των εθνικών τους θεσμών, ή το λιγότερο βίωσαν την αδιαφορία της τοπικής και κεντρικής εξουσίας αναφορικά με τις εθνικές τους ιδιαιτερότητες. Στην περιοχή του Κρασνοντάρ θα κλείσουν σύντομα και οι δύο ελληνικές παιδαγωγικές ακαδημίες. Επιπλέον, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οι Έλληνες του Β. Καυκάσου, των οποίων η μεγαλύτερη μάζα βρίσκονταν στο Κουμπάν, διατηρούσαν ακόμα τα οθωμανικά τους διαβατήρια, (η μετακίνησή τους είχε ξεκινήσει περί τα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε έως και τα τέλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Στο δίλλημα που τους έθεσαν οι αρχές να κρατήσουν τα παλιά τους διαβατήρια ως έχουν και να απελαθούν, ή να λάβουν τη σοβιετική υπηκοότητα, αρκετοί επέλεξαν να εγκαταλείψουν της ΕΣΣΔ, γεγονός το οποίο συντέλεσε στην ακόμη μεγαλύτερη αποσύνθεση του ελληνικού στοιχείου του Β. Καυκάσου, στην επίσπευση της κατάργησης όλων των μορφών εθνικής αυτονομίας στην περιοχή, αλλά και στη διευκόλυνση της υλοποίηση μιας σειράς μελλοντικών εκτοπισμών. ereVTack9ds.jpg

         Παρότι το τελευταίο ζήτημα ξεφεύγει από τα χρονολογικά πλαίσια που θέσαμε, καθότι η πλειοψηφία των βίαιων εκτοπισμών των Ελλήνων έγιναν κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το θέμα του «εκτοπισμού» αφορά άμεσα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος τη στάση των σοβιετικών αρχών απέναντι σε μια πολύ σημαντική ελληνική κοινότητα, αυτή της Αμπχαζίας. Οι εκεί Έλληνες, ήρθαν αντιμέτωποι με έναν νέου τύπου εθνικισμό στα πλαίσια της «φιλίας των λαών», πληρώνοντας το τίμημα των τάσεων γεωργιανοποίησης της περιοχής. Ο ιστορικός και ιστοριοδίφης, Ν. Ιωαννίδης στη μελέτη του για τον βίαιο εκτοπισμό του 1949, παραθέτει τέτοιου είδους ντοκουμέντα, που ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τη θεωρία ότι, υψηλά ιστάμενα στελέχη της τοπικής και κεντρικής εξουσίας, μετά το θάνατο του μετριοπαθή Αμπχάζιου ηγέτη Νέστορ Λάκομπα το 1936, άρχισαν να προωθούν τη γεωργιανή γλώσσα, κουλτούρα και εκπαίδευση στην Αυτόνομη Δημοκρατία της Αμπχαζίας, φέρνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο σε αντιπαράθεση τους μειονοτικούς πληθυσμούς, Αμπχάζιους, Έλληνες, Ρώσους κτλ., με την κυρίαρχη εθνοτική ομάδα της περιοχής, τους Γεωργιανούς.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      

      Ο συγγραφέας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της περιοχής το 1949, έδωσε την ευκαιρία να ξεπουληθούν σε εξευτελιστικές τιμές πολλές ελληνικές ακίνητες περιουσίες και ζώα σε Γεωργιανούς, κομμάτι ενός επεξεργασμένου σχεδίου που ήθελε την όλο και μεγαλύτερη ενίσχυση του γεωργιανού στοιχείου της Αμπχαζίας, σε βάρος των άλλων ομάδων. Αυτού του είδους οι πολιτικές αποφάσεις, εκτός του γεγονότος ότι κατέληξαν σε έναν αιματηρό εθνοτικό πόλεμο με την πτώση της ΕΣΣΔ, και όχι άδικα, οδήγησαν και πολλούς ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη ισοτιμία και ισοπολιτεία των λαών της Σοβιετίας καταπατήθηκε βάναυσα από την ίδια την κεντρική εξουσία. 

 

Συμπερασματικα

 

Διευρύνοντας λίγο τον ορίζοντα της σκέψης μας, η διαδικασία που συντελείται τη δεκαετία του ‘30 δεν έχει το χαρακτήρα του «εκρωσισμού», όπως παρουσιάζεται κατά κόρον στη δυτική βιβλιογραφία. Κατά τον Κορκμάζοβ, ο συγκεκριμένος όρος, δεν ανταποκρίνεται με τον ιδανικότερο τρόπο στην εθνοπολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της περιόδου. Καθώς ο εκρωσισμός στοχεύει στην αφομοίωση ενός μικρού λαού από έναν μεγαλύτερο/κυρίαρχο- με τον οποίο βρίσκεται σε αλληλεπίδραση, μέσω της απαγόρευσης της εθνικής γλώσσας, μια διαδικασία η οποία είχε συντελεστεί στο παρελθόν στους λαούς του Καυκάσου, θα παρατηρήσουμε ότι στα τέλη του ’30 κυριαρχεί μια διαφορετικού τύπου πολιτική που βασίζεται στον βίαιο «εκπολιτισμό», ο οποίος όμως δε σημαίνει σε καμία περίπτωση «αφομοίωση», τουλάχιστο σε εθνικό επίπεδο, αλλά αφορά περισσότερο την ανάδειξη, την κατασκευή ενός νέου τύπου ανθρώπου, του «σοβιετικού», και μόνο σε αυτό το δυναμικό πεδίο, θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για αφομοίωση λαών και ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η σοβιετική εξουσία, δεν επιθυμεί να ρωσοποιήσει όλους τους κάτοικους της πρώην ΕΣΣΔ, στα πρόθυρα ενός πολέμου με τον Άξονα, τουλάχιστο με το πώς θα μπορούσε να οριστεί η έννοια της «ρωσοποίησης» και του «εκρωσισμού» στην ιστορική διαδικασία, αλλά να προσδώσει, με τη βία σε πολλές των περιπτώσεων, μια καινούρια εθνοκοινωνικό-πολιτική ταυτότητα. Για ορισμένους, ένας νέος «εκρωσισμός» υπήρξε το απαραίτητο συστατικό για τον ολικό μετασχηματισμό της σοβιετικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Ένας πιο εύστοχος ίσως ορισμός να ήταν αυτός της «αποεθνοποίησης», ο οποίος μπήκε σε εφαρμογή από τον Ι. Στάλιν, μέσω είτε της εξόντωσης των παλιών διοικητικών στελεχών στις εθνικές περιοχές, μία και δύο φορές, με σκοπό τη συνεχή εναλλαγή προσώπων στα υψηλά κλιμάκια, την αποφυγή της «εθνοκρατίας», και το σημαντικότερο όλων: τον έλεγχο στα ενδότερα των εθνικών περιοχών.         

Πέρα από την πολιτική των εκτοπισμών και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκαν, το σκεπτικό της εξουσίας σε καθέναν από αυτούς, ο Μεσοπόλεμος αναδεικνύει τις αντιφάσεις της σοβιετικής εξουσίας αναφορικά με το θέμα των εθνοτήτων, αλλά και ως βιωμένη ιστορική εμπειρία, πρέπει να δείχνει το δρόμο και στους ίδιους τους λαούς, για την ουσιαστική αυτοδιάθεση. Με άλλα λόγια, αυτοδιάθεση κι αυτονομία, μπορεί να σημαίνει «κομμουνισμός» στο εσωτερικό, αλλά δεν μπορεί να πραγματωθεί σε ένα περίγυρο «ολοκληρωτικό», πόσο μάλλον όταν η συνύπαρξη με άλλες εθνότητες είναι «αναγκαίο καλό»...

 

Βιβλιογραφια

 

Αρτιούχοβ, «Από την ιστορία της ελληνικής διασποράς του Σότσι», όπως δημοσιεύτηκε στην 8η έκδοση του περιοδικού «Εθνογράφος του Σότσι», 2000 (μτφ. από τα ρωσικά)

Ζούρμπα Μ. Α., Κοντρατιουκ Γ. Ν., «Τα ελληνικά σχολεία της Κριμαίας το 1920-30», όπως δημοσιεύτηκε στο 51ο τεύχος του περιοδικού «Πολιτισμός των λαών της Μ. Θάλασσας», 2004 (μτφ. από τα ρωσικά)

Ιωαννίδης Ν., Οι Έλληνες της Αμπχαζίας, Σοχούμι, 1991 (μτφ. από τα ρωσικά)

Ιωαννίδης Ν., ¨Έτος 1949, (αδημοσίευτο) (μτφ. από τα ρωσικά) 

Κορκμάζοβ Α. Γ., «Εθνοπολιτικές διαδικασίες στο Β. Καύκασο την περίοδο του σταλινισμού», δημοσιευμένο στη Συλλογή Επιστημονικών Εργασιών του ιδίου, β΄ έκδοση, 2000 (μτφ. από τα ρωσικά)

Κοτσιώνης Π., Λαοί και πολιτισμοί στην πρώην Σοβιετική Ένωση, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα, 1999

Κοτσώνης Α.Ν., «Ο εκτοπισμός των Ελλήνων του Καυκάσου», StudiaPontocaucasica, Δελτίο Νο3, Κρασνοντάρ, 1997 (μτφ. από τα ρωσικά) 

Lavrentiadou M., Pontic Greeks of the former Soviet Union: the identity that leads to the homeland, Διεθνές Συνέδριο: Diasporic Communications: Transnational and local Crosscurrents, University of Westminster, London, 5-7 September 2001.

Maksudov S., Taubman W., The rise of the nations in the Soviet Union, Council of foreign relations press, New York, 1991

Ντμίτριεβα Ν. Β., «Κέντρα εθνικού πολιτισμού στη Μόσχα στις αρχές και τα τέλη του 20ου αιώνα: το ζήτημα της σημασίας της ιστορικής εμπειρίας», άρθρο δημοσιευμένο στο : http://www.mgus.ru/electronic_journal/number17/contents (μτφ. από τα ρωσικά) 

Pohl J-O., «The dispersal of the Crimean and Black Sea Greeks», Journal of Hellenic Diaspora, JHD back issue 22.2, 1996

Ποπόβ Α., «Οι Έλληνες του Πόντου», περιοδικό StudiaPontocaucasica, Δελτίο No2, (μτφ. από τα ρωσικά)

Popov A., «Crossing borders, shifting identities: transnationalisation, ‘materialisation’, and commoditisation of greek ethnicity in post-soviet russia», στο Anthropology of East Europe Review, Vol. 25, No1, 2007

Σεντσκένκο Ε.Γ., «Οι Έλληνες στην οικογένεια των λαών του Καυκάσου», όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εκπαίδευση, Επιστήμη, Δημιουργία, Νο5, 2008 (μτφ. από τα ρωσικά)

Φραγκουλαντί Α., Σοβιετική Ένωση: οι Έλληνες και οι άλλοι, δημοσιεύτηκε διαδικτυακά στο : http://emigrin.narod.ru/ (μτφ. από τα ρωσικά)

Χασιώτης Ι. Κ. (συλ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, UniversityStudioPress, Θεσσαλονίκη, 1997 

 

Δημήτρης Καταϊφτσής, 

Δρ. Πανεπιστημίου Παρισίων ΙV,

για το περιοδικό Ιστορικά Θέματα

Τεύχος 110 - Ιανουάριος 2012