Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Συλλογή βυζαντινών επιγραφών από τη Μαύρη Θάλασσα

Συλλογή βυζαντινών επιγραφών από τη βόρεια Μαύρη Θάλασσα

 

Είναι γνωστό ότι οι περιοχές της βόρειας Μαύρης Θάλασσας γενικώτερα και η χερσόνησος της Κριμαίας ειδικώτερα έχουν να επιδείξουν αμέτρητα αρχαιολογικά ευρήματα πάσης φύσεως, περιόδου, προέλευσης, αξίας. Μολονότι τόσο η ιστορία όσο και τα μεσαιωνικά - ανάμεσά τους και τα βυζαντινά - αρχιτεκτονικά μνημεία και τοπωνύμια της Κριμαίας μελετώνται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, οι μεσαιωνικές επιγραφές πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Και τούτο όχι επειδή δεν τις μελέτησαν, αλλά επειδή δεν τις συγκέντρωσαν συστηματικά, όπως έγινε για παράδειγμα με τις αρχαίες ελληνικές και λατινικές επιγραφές άλλων περιοχών ή τις μεσαιωνικές λατινικές επιγραφές της Ιταλίας.
Το αναμφισβήτητα δύσκολο εγχείρημα της συλλογής και δημοσίευσης των αρχαίων επιγραφών από τη βόρεια Μαύρη Θάλασσα ανέλαβε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο διαπρεπής επιγραφολόγος και ιστορικός Βασίλι Βασίλιεβιτς Λάτυσεφ (Vasilij Vasil'evich' Latyshev', 1855-1921).Το μνημειώδες, πολύτομο έργο του "Επιγραφές των βορείων παραλίων του Ευξείνου Πόντου" (Inscriptiones Orae Septentrionalis Ponti Euxini, συντομογραφείται ως IOSPE) αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο για όποιον μελετά όχι μόνο τις επιγραφές, αλλά και κάθε πτυχή της ιστορίας, της τοπογραφίας, της θρησκείας και της ονοματολογίας της Αρχαιότητας στα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Ο Λάτυσεφ δεν περιορίστηκε στις συλλογές των επιγραφών που δημοσίευσε, αλλά εξακολούθησε να δημοσιεύει συστηματικά επιγραφές σε ρωσικά περιοδικά της εποχής. Δεν ήταν ο μόνος και θα ήταν άδικο να παραλείψουμε να αναφέρουμε ονόματα όπως εκείνο του Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Ραστόφτσεφ (Mikhail' Ivanovich' Rostovtsev', 1870-1952), αλλά ουσιαστικά εκείνος έδειξε το δρόμο.
Μερικά χρόνια ύστερα από τις πρώτες συλλογές αρχαίων επιγραφών, ο Λάτυσεφ καταπιάστηκε σοβαρά και με τις μεσαιωνικές. Το 1896 κυκλοφόρησε η "Συλλογή ελληνικών επιγραφών των χριστιανικών χρόνων από τη νότια Ρωσία" (Sbornik' grecheskikh' nadpisej khristianksikh' vremen' iz' juzhnoj Rossii). Ουσιαστικά, πρόκειται για βυζαντινές επιγραφές από την Κριμαία, ενώ ελάχιστες προέρχονται από το Ταμάν ή το Άκερμαν π.χ. Εξέδωσε 117 επιγραφές, τις οποίες ταξινόμησε ανάλογα με τον τόπο εύρεσης, ενώ τον κυρίως κατάλογο ακολουθεί παράρτημα με προσθήκες και διορθώσεις. Το ευρετήριο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς και τα επιγραφικά και ιστορικά σχόλια του Λάτυσεφ. Το βιβλίο υστερεί στις εικόνες. Ο συγγραφέας δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει φωτογραφία ή σχέδιο όλων των επιγραφών και στις περισσότερες περιπτώσεις οι φωτογραφίες είναι πολύ κακής ποιότητας. Κάτι τέτοιο, ασφαλώς, είναι αναμενόμενο σε μια έκδοση του 19ου αιώνα, όταν τα μέσα ήταν ασύγκριτα πιο φτωχά σε σχέση με σήμερα. Η έκδοση των βυζαντινών επιγραφών του Λάτυσεφ έγινε το "Ευαγγέλιο" των βυζαντινολόγων που ασχολούνται με την Κριμαία και τη βόρεια Μαύρη Θάλασσα γενικώτερα και - φυσικά - ανατυπώθηκε, χωρίς καμία απολύτως επέμβαση (Λειψία, 1974). Στο μεταξύ, οι εκδόσεις όχι μόνο των αρχαίων αλλά και των βυζαντινών επιγραφών πολλαπλασιάζονταν και, επιπλέον, το 1965 κυκλοφόρησε, με επιμέλεια του Βασίλι Βασίλιεβιτς Στρούβε (Vasilij Vasil'evich Struve, 1889-1965), ένα άλλο μνημειώδες έργο, η "Συλλογή των επιγραφών του Βασιλείου του Βοσπόρου" (Korpus bosporskikh nadpisej ή - όπως είναι πιο γνωστό - Corpus Inscriptionum Regni Bosporani, συντομογραφείται ως CIRB). Η συλλογή αυτή βασίζεται ουσιαστικά στις δημοσιεύσεις του Λάτυσεφ (και δευτερευόντως όλων των υπολοίπων), εκείνο που την κάνει να ξεχωρίζει, ωστόσο, είναι τα πλούσια σχόλια και τα απολύτως κατατοπιστικά ευρετήρια. Η έκδοση του 1965, δυστυχώς, δεν περιελάμβανε εικόνες ή σχέδια των επιγραφών, εντούτοις το κενό αυτό καλύφθηκε (μόλις) το 2004, με τη "Συλλογή των επιγραφών του Βασιλείου του Βοσπόρου: Λεύκωμα εικόνων" (Corpus inscriptionum regni Bosporani: Album imaginum, η εισαγωγή του οποίου - στα γερμανικά - βρίσκεται στο διαδίκτυο: http://www.bibliotheca-classica.org/en/node/1000).
Εκτός από τις μεγάλες αυτές συλλογές, οι Ρώσοι και Ουκρανοί ερευνητές εξακολούθησαν και εξακολουθούν να δημοσιεύουν επιγραφές κάθε περιόδου, είτε σε ξεχωριστούς τόμους (όπως π.χ. η Έλλα Ισαάκαβνα Σαλαμόνικ (Ella Isaakovna Solomonik, 1917-2005) είτε σε επιστημονικά περιοδικά. Εντούτοις, ενώ οι ιστορικοί της κλασικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας μπορούν να βασίζονται στις μνημειώδεις εκδόσεις που προαναφέραμε, οι βυζαντινολόγοι έπρεπε να αναζητούν επιγραφές ουσιαστικά "στα τυφλά", καθώς ο αριθμός των επιγραφών που δημοσίευσε ο Λάτυσεφ θεωρείται πλέον μικρός, ενώ από την άλλη η ιστορική έρευνα έχει προχωρήσει τόσο ώστε αρκετές από τις παλαιές απόψεις έχουν αναθεωρηθεί. Αντίστοιχο πρόβλημα, βέβαια, αντιμετωπίζουν και όσοι μελετούν επιγραφές της Αρχαιότητας, πάντως σε μικρότερο βαθμό.
Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, η ψηφιακή έκδοση των επιγραφών της βόρειας Μαύρης Θάλασσας. Το μεγαλόπνοο αυτό Πρόγραμμα ξεκίνησε το 2011 και υλοποιείται υπό την αιγίδα του King's College, στο Λονδίνο, με τη συνεργασία πολλών ερευνητών από διάφορες χώρες και την οικονομική στήριξη του Ιδρύματος Λεβέντη. Οι ερευνητές αποφάσισαν - ορθώς κατά την άποψή μας - να ξεκινήσουν από τις βυζαντινές επιγραφές.
Στην ιστοσελίδα του Προγράμματος (http://iospe.kcl.ac.uk/inscriptions/index.html) αναδημοσιεύονται όλες οι γνωστές επιγραφές (πάνω από 340), ενώ ευνόητο είναι ότι η ηλεκτρονική έκδοση επιτρέπει την άμεση προσθήκη κι άλλων επιγραφών στο μέλλον (ή διόρθωση στοιχείων), χωρίς το κόστος και τη χρονική καθυστέρηση που θα επέφερε η επανέκδοση ενός έντυπου τόμου.
Αφού εισέλθει στη σελίδα των βυζαντινών επιγραφών, ο χρήστης έχει να επιλέξει ανάμεσα στην εισαγωγή και τον κατάλογο των επιγραφών. Όπως και στις εκδόσεις του Λάτυσεφ ή του Στρούβε, η ταξινόμηση βασίζεται πρώτα απ'όλα στον τόπο εύρεσης. Οι επιγραφές εκδίδονται εκ νέου,ενώ ανεκτίμητα είναι τα σχόλια που προκύπτουν από τα νέα πορίσματα της έρευνας. Όσον αφορά στα τεχνικά στοιχεία των επιγραφών, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι επιμελητές σημειώνουν πότε είδαν την επιγραφή ή αν δεν κατέστη δυνατό να την εντοπίσουν (και στην περίπτωση αυτή βασίστηκαν στην παλαιά έκδοση). Κάθε επιγραφή που μελετήθηκε με αυτοψία συνοδεύεται από υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες, ενώ η εξαιρετική αυτή συλλογή συμπληρώνεται από πλούσια βιβλιογραφία, μηχανή σύνθετης αναζήτησης, αναλυτικά ευρετήρια αλλά και λειτουργικούς πίνακες αντιστοιχίας (concordance tables) εκδόσεων των επιγραφών. Στα θετικά του Προγράμματος θα πρέπει να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι η ιστοσελίδα διατίθεται όχι μόνο στη ρωσική αλλά και στην αγγλική γλώσσα.
Φιλοδοξία του Προγράμματος είναι να εμπλουτίσει τη συλλογή και με τις αρχαίες επιγραφές. Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε ότι το Πρόγραμμα αυτό, που προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια στους ερευνητές που ασχολούνται με την περιοχή, θα υλοποιήσει τους στόχους του, καθώς και ότι θα αποτελέσει παράδειγμα και οδηγό για τη δημιουργία αντίστοιχων ηλεκτρονικών βάσεων και συλλογών και για τις υπόλοιπες περιοχές.

 

Π.Χ.