Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Βιβλιοπαρουσίαση: Εκ Βουλγαρέων. Ένα οικογενειακό χρονικό

Εκ Βουλγαρέων. Ένα ανέκδοτο οικογενειακό χρονικό. Εισαγωγή - απόδοση στα ελληνικά - σημειώσεις: Στ. - Κωνστ. Βούλγαρις. Πρόλογος: Ν. Ε. Καραπιδάκης. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 2010, 220 σσ., ISBN: 978-960-05-1321-9

 

Ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο θέμα, μέσα από το χειρόγραφο έργο αγνώστου συγγραφέως: η σύνδεση της οικογένειας Βούλγαρι της Κέρκυρας με τον ηγεμονικό οίκο της μεσαιωνικής Βουλγαρίας.

 

Το βιβλίο ακολουθεί την εξής δομή: Πίνακας περιεχομένων, Πρόλογος (σσ. 11-18), Εισαγωγή (σσ. 19-42), Απόδοση κειμένου στη νέα ελληνική (σσ. 47-125, με γενεαλογικό δέντρο στις σσ. 124-125), Σημειώσεις (σσ. 127-141), Ιταλικό πρωτότυπο (σσ. 145-201, με το γενεαλογικό δέντρο στις σσ. 200-201), Κατάλογος ηγεμόνων Βουλγαρίας και περιοχής (sic!) (σσ. 203-207), Βιβλιογραφία (σσ. 209-212), Ευρετήριο (σσ. 213-220). Έγχρωμες εικόνες και χάρτες περιέχονται ανάμεσα στις σσ. 112-113.

Το κείμενο χωρίζεται σε εικοσιτέσσερα (24) κεφάλαια, αριθμημένα με λατινικά ψηφία, καθώς και σε παραγράφους σε συνεχή αρίθμηση με αραβικά ψηφία.

 

Η ιστορία της οικογένειας Βούλγαρι της Κέρκυρας βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας. Γραμμένη στα ιταλικά, χρονολογείται μετά το 1677, μάλλον προς τα τέλη του 17ου αιώνα ή το πρώτο τέταρτο του 18ου και είχε τουλάχιστον δυο συνέχειες. Άγνωστος είναι και ο συγγραφέας. Η ιστορία σώζεται σε δυο χειρόγραφα, ένα από τα μέσα του 18ου αιώνα (με τίτλο που προστέθηκε αργότερα ωστόσο) και ένα από τις αρχές ή τα μέσα του 19ου αιώνα.

 

Η οικογένεια Βούλγαρι έφτασε για πρώτη φορά στην Κέρκυρα, πιθανότατα, το 1462. Χάρη στην επιγαμία με την ισχυρή τοπική οικογένεια Καλοχαιρέτη, που κατείχε ως τότε τα λείψανα του αγίου Σπυρίδωνα, η οικογένεια Βούλγαρι κατόρθωσε να ανέλθει κοινωνικά και να αποκτήσει όχι μόνο την διαχείριση των λειψάνων, αλλά και μια θέση ανάμεσα στις ισχυρότερες οικογένειες της νήσου. Η ανάδειξη, λοιπόν, ενός ένδοξου βασιλικού, αν όχι αυτοκρατορικού, παρελθόντος αυτομάτως θα επικύρωνε την θέση της οικογένειας και θα εξασφάλιζε πέραν κάθε αμφιβολίας και διεκδίκησης εσαεί την διαχείριση των ιερών λειψάνων. Ο συντάκτης της ιστορίας, λοιπόν, μεταθέτει το νόημα της εθνικής βουλγαρικής ιστορίας σε επίπεδο οικογενειακής ιστορίας. Η συγγραφή οικογενειακών ιστοριών, σε συνάφεια με την ιστορία των πόλεων, ήταν συχνό φαινόμενο εκείνη την εποχή (όταν γράφτηκε το συγκεκριμένο χρονικό), καθώς σχολιάζει και ο Ν. Καραπιδάκης. Οι στόχοι της συγγραφής μιας τέτοιας ιστορίας ποικίλοι, ιδίως όμως εστίαζαν, όπως αναφέραμε, στην καθιέρωση μέσα στην κοινωνία, μέσω της απόδειξης της συνέχειας και της (οποιασδήποτε) σχέσης ή επαφής με την εκάστοτε εξουσία. Απώτερος σκοπός, λοιπόν, η εξασφάλιση θέσης ή μεριδίου στην κοινωνία, την ευγένεια, την εξουσία. Ο Καραπιδάκης παραθέτει το ανάλογο παράδειγμα της οικογένειας Μάρμορα, επίσης από την Κέρκυρα, πάνω κάτω την εποχή που γράφτηκε και το χρονικό των Βουλγαραίων. Θα μπορούσαμε εδώ να επισημάνουμε δυο ακόμα παραδείγματα. Το πρώτο ίσως είναι ήδη γνωστό στον αναγνώστη: τα λεγόμενα αρχοντόπουλα της Κρήτης και η εξασφάλιση γαιών και προνομίων κατά την διάρκεια της βενετοκρατίας μέσω της (υποτιθέμενης) απόδειξης της ευμένειας των Βυζαντινών αυτοκρατόρων προς τις συγκεκριμένες οικογένειες. Το δεύτερο είναι μάλλον άγνωστο: πρόκειται για την περίπτωση του Ιωάννη Μικέλη ο οποίος, μέσω επιστολών και υπομνημάτων (και όχι χρονικού ή ιστορικής συγγραφής) κατόρθωσε - όπως τουλάχιστον πιστεύουμε - να πείσει τις βενετικές αρχές πως οι πρόγονοί του ήταν ανέκαθεν πιστοί στην Βενετία. Το όφελος, ενδεχομένως, ήταν η παραχώρηση κτηματικής περιουσίας σε εδάφη υπό βενετική κυριαρχία.

 

Επί του παρόντος, ο συντάκτης του χρονικού ή μάλλον της ιστορίας, βασίστηκε σε μια απλοϊκή σκέψη, την σύνδεση του οικογενειακού ονόματος Βούλγαρις με τον λαό των Βουλγάρων, την οποία εντέχνως μετέτρεψε σε οικογενειακή ιστορική αφήγηση. Οι Βουλγαραίοι της Κέρκυρας, λοιπόν, κατάγονται από τους ηγεμόνες των Βουλγάρων (αλλά και των Σέρβων) και, συνεπώς, δικαιούνται περίοπτης θέσης στην πολιτεία της Κέρκυρας. Ας μην ξεχνάμε πως η γλώσσα του κειμένου (ιταλικά) δείχνει πως ο αποδέκτης (ή οι αποδέκτες) ήταν Λατίνος (-νοι) Βενετός (-τοί). Ιδιαίτερης σημασίας είναι και το γεγονός πως η οικογένεια Βούλγαρι διαχειριζόταν τα ιερά λείψανα του αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα, ενός αγίου που λατρευόταν όχι μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και στον Δυτικό κόσμο, καθώς και στον μεσαιωνικό σλαβικό, επομένως και στον βουλγαρικό (μετά την διαμόρφωση του σλαβο-βουλγαρικού κράτους).

 

Ξεκινώντας την αφήγηση, ο συγγραφέας του χρονικού δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση πως πρόκειται για επιστημονική πραγματεία (παρ/φος 2) και μπαίνει κατευθείαν στο θέμα της καταγωγής από τους ηγεμόνες των (πρωτο-)Βουλγάρων (παρ΄/φος 3). Πράγματι, σε κάποια σημεία της αφήγησης ο συγγραφέας επιδεικνύει κριτική σκέψη όπως, για παράδειγμα, όταν αναφέρει ότι το όνομα του λαού των Βουλγάρων ανακριβώς προήλθε - όπως θέλουν ορισμένοι - από το υδρωνύμιο Βόλγα (παρ/φος 5). Επιπλέον, συχνά δίνει τις πηγές του, άλλοτε μεσαιωνικούς και άλλοτε νεώτερους συγγραφείς. Εντούτοις, δεν λείπουν οι ασάφειες, καθώς και τα ιστορικά σφάλματα. Η πόλη Σόφια (αρχ. Serdica, Σερδική), για παράδειγμα, δεν ήταν πρωτεύουσα του κράτους του Τέρβελι (παρ/φος 13). Επιπλέον, είναι εντελώς λανθασμένη η ερμηνεία του συγγραφέα για την προέλευση της αίρεσης των Βογόμιλων (κεφ. ΧΙ, παρ/φος 83).

 

Μερικές παρατηρήσεις (εντελώς επιλεκτικά) μπορούν να γίνουν και για τα σχόλια του μεταφραστή - επιμελητή του κειμένου: σελ. 128, σημ. 21: πρόκειται για την Κριμαία, όχι την Κασπία / σελ. 130, σημ. 42: ο επιμελητής ισχυρίζεται πως η λέξη βοϊλάδες προήλθε από την λέξη βόι = μάχη. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, επειδή η μεν πρώτη είναι παλαιοτουρκικής προέλευσης (βλ. τις επιγραφές στην κεντρική Ασία, αλλά και στα Βαλκάνια) ενώ η δεύτερη σλαβικής / σελ. 130, σημ. 44: η νήσος Βορυσθενίς, όπου και η αρχαία ελληνική αποικία, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν βρισκόταν στις εκβολές του Δούναβη, αλλά του Δνείπερου. Σήμερα έχει την ονομασία Berezan / σελ. 131, σημ. 51: κατά τον επιμελητή, ο Σταυράκιος "είχε εισβάλει και λεηλατήσει την Πελοπόννησο". Θεωρούμε άστοχη την χρήση του συγκεκριμένου λεξιλογίου, επειδή είναι αδύνατο Βυζαντινός αξιωματούχος να "εισέβαλε" στην Πελοπόννησο, έδαφος μέσα στα όρια του Βυζαντινού Κράτους, και να την΄"λεηλάτησε". Στην πραγματικότητα, ο Σταυράκιος εξεστράτευσε στην Πελοπόννησο εναντίον των σλαβικών φύλων που βρίσκονταν εκεί. Η απόσπαση της Πελοποννήσου από το Βυζαντινό Κράτος εξαιτίας των Σλάβων δεν θεωρείται πλέον αποδεκτή από τους ερευνητές / σελ. 138, σημ. 136: η λέξη μπάνος θεωρείται από τους ερευνητές πως ετυμολογείται από την αβαρική, την γοτθική, κάποια παλαιο-τουρκική ή παλαιο-ιρανική γλώσσα. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι σλαβικής και ασφαλώς ούτε βλαχικής προέλευσης.

 

Τέλος, δυο γενικές παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι γενικά στο βιβλίο δεν σχολιάζεται το όνομα του γενάρχη των Βουλγαραίων κατά το γενεαλογικό δέντρο που συνοδεύει το πρωτότυπο χρονικό. Πρόκειται για το όνομα Ελεάζαρ, το οποίο δίνεται στο χειρόγραφο με τον εβραϊκό τύπο και όχι με τον λατινικό, ιταλικό ή έστω ελληνικό, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ονόματα. Δεύτερον, με αφορμή τις σημειώσεις 15-16 στην σελ. 128, παρατηρούμε πως δεν είναι ορθό να ταυτίζουμε όλα τα "βουλγαρικά" φύλα που κατά καιρούς επέδραμαν στα Βαλκάνια με τον λαό των Βουλγάρων του Ασπαρούχ, από τον οποίο προέκυψαν οι σημερινοί Βούλγαροι. Οι Κουτρίγουροι, οι Ουτίγουροι κλπ. δεν πρέπει να συνδέονται με τους σημερινούς Βούλγαρους, μολονότι όλα τα φύλα μοιράζονται, κατά τους ερευνητές, τον όρο "πρωτοβουλγαρικά". Κάτι ανάλογο, για παράδειγμα, συμβαίνει και με τα τουρκικά (ή παλαιοτουρκικά) φύλα, τα οποία δεν πρέπει να ταυτίζονται με τους σημερινούς Τούρκους, απογόνους των Οθωμανών. Η πολιτική προπαγάνδα περί καταγωγής δεν πρέπει να επηρρεάζει ούτε την ερμηνεία των πηγών ούτε τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας.

 

Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για μια πολύ καλή έκδοση, με προσεγμένη μετάφραση σε ρέοντα λόγο και φτωχά σε αριθμό αλλά πολύτιμα σχόλια. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία των Βουλγάρων και των ηγεμόνων τους, άλλωστε, ο αναγνώστης διαθέτει πλούσια βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα. Το σημαντικότερο πάντως εδώ είναι η ίδια η φύση του κειμένου, η ιδεολογία και το σκεπτικό της εποχής, καθώς και η ικανότητα του συγγραφέα να πλάσει μια ιστορία που, κακά τα ψέμματα, στην προφορική τουλάχιστον παράδοση κυριαρχεί ακόμα και σήμερα (σε διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικούς στόχους) σε μεγάλο μέρος της ελληνικής (και όχι μόνο) κοινωνίας: την φαντασιακή ανάπλαση του ένδοξου οικογενειακού παρελθόντος.    

 

Π.Χ.