Δωρεές

Παρακαλούμε ενισχύστε την προσπάθειά μας

Amount:
 EUR

Βιβλιοκρισία: Maslennikov, Οι αρχαίοι Έλληνες στο Βόρειο Εύξεινο Πόντο

Alexandr (Aleksandrovich) Maslennikov, Οι Αρχαίοι Έλληνες στο Βόρειο Εύξεινο Πόντο, μετάφραση Ηλίας Πετρόπουλος, επιμέλεια Περικλής Χριστοδούλου, εποπτεία Κωνσταντίνος Παπουλίδης, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, ISBN: 960-343-542-2, Θεσσαλονίκη 2000 (291 σσ., 199 εικ.)

Το εγχειρίδιο του A. A. Maslennikov για τις αποικίες των αρχαίων Ελλήνων στο βόρειο Εύξεινο Πόντο γράφτηκε για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό στη ρωσική γλώσσα και μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην ελληνική. Αυτό συμπεραίνουμε, δεδομένου ότι αγνοούμε την ύπαρξη ανάλογου εγχειριδίου στη ρωσική και οι έλληνες εκδότες δεν δίνουν στοιχεία κάποιου ξενόγλωσσου πρωτότυπου. Ο κ. Maslennikov είναι γνωστός και καταξιωμένος αρχαιολόγος, με μεγάλη εμπειρία και πλούσιο συγγραφικό έργο, ειδικευμένος στην περιοχή του Κιμμερίου Βοσπόρου κατά την Αρχαιότητα.
Το βιβλίο περιλαμβάνει ένα σύντομο προλογικό σημείωμα, πέντε μη αριθμημένα κεφάλαια (Οι πηγές για την αρχαία ιστορία του βόρειου Εύξεινου Πόντου, Η ιστορία της Έρευνας, Ο ελληνικός αποικισμός στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου, Η διάρθρωση της οικονομίας, Η γεωγραφική κατανομή - εκ των οποίων τα δυο τελευταία διακρίνονται σε υποκεφάλαια), επίλογο, βιβλιογραφία και εικόνες. Για τη δομή του βιβλίου και την περίεργη κατανομή του υλικού, βλ. την κριτική του A. L. Solovyov, στο Ancient West and East 1:2 (2002), 498-499. Εδώ θα περιοριστούμε στην παρατήρηση, ότι ένα κεφάλαιο για τη φυσική γεωγραφία της περιοχής θα ήταν πολύ χρήσιμο, δεδομένου ότι το εγχειρίδιο απευθύνεται σε μη ειδικευμένους αναγνώστες και καλό μάλιστα θα ήταν να προηγείται του κεφαλαίου για την οικονομία.
Ιδιαίτερα θετική είναι η παρουσία ενός κεφαλαίου αφιερωμένου στις πηγές, μολονότι οι γραπτές πηγές (λογοτεχνικές ή επιγραφικές) αναφέρονται σχεδόν επιγραμματικά. Η ιστορία της έρευνας στην περιοχή είναι εξίσου επιγραμματική, αλλά το πλήθος των ερευνητών που ασχολήθηκαν ή εξακολουθούν να ασχολούνται με τα μνημεία του βόρειου Εύξεινου είναι τέτοιο, που μια εκτενέστερη πραγμάτευση θα εμφανιζόταν δυσανάλογη σε αριθμό σελίδων σε σχέση με τα υπόλοιπα κεφάλαια και το σκοπό του βιβλίου. Το τρίτο κεφάλαιο (Ο ελληνικός αποικισμός στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου) είναι σύντομο, αλλά ουσιώδες και παρουσιάζει με ιδιαίτερα εύληπτο τρόπο την εποχή της μετανάστευσης, τα αίτια και τις συνθήκες του ελληνικού αποικισμού. Το τέταρτο κεφάλαιο (Η διάρθρωση της οικονομίας) είναι πολύ σημαντικό, αλλά θεωρούμε ότι η πραγμάτευση του θέματος είναι πολύ σύντομη και ως εκ τούτου ελλιπής. Το υποκεφάλαιο για τη γεωργία και η απαρίθμηση των αγαθών από την καλλιέργεια δεν έχουν νόημα, εάν δεν έχει προηγηθεί η παρουσίαση του φυσικού γεωγραφικού χώρου, του εδάφους και του κλίματος. Επιπλέον, για την οργάνωση των αγροτικών εκτάσεων αφιερώνεται μόλις μια σελίδα, ενώ περισσότερες λεπτομέρειες σημειώνονται στο επόμενο κεφάλαιο. Από την άλλη, η κατεργασία του μετάλλου, του πηλού και του γυαλιού, η νομισματοκοπία, η κεραμική και το εμπόριο, καθώς και οι εμπορικοί δρόμοι, παρουσιάζονται εκτενέστερα, παρέχοντας μια καλή ενημέρωση για το εμπόριο και την οικονομία της περιοχής κατά την Αρχαιότητα. Το πέμπτο κεφάλαιο (Η γεωγραφική κατανομή) παρουσιάζει πολλά θετικά στοιχεία, αλλά και ανισότητες. Τα στοιχεία για τη φυσική γεωγραφία της περιοχής, που ίσως θα έπρεπε να βρίσκονται συγκεντρωμένα σε ξεχωριστό κεφάλαιο στην αρχή του βιβλίου, συναντώνται εδώ διάσπαρτα στα διάφορα υποκεφάλαια. Γίνεται αναφορά σε μεγάλο αριθμό οικισμών, μικρών και μεγάλων και δινονται πληροφορίες για τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα. Απουσιάζουν, ωστόσο, στοιχεία από την πλούσια ιστορία του Βασιλείου του Βοσπόρου και της Χερσονήσου. Είναι εμφανές, βέβαια, ότι πρόκειται για εγχειρίδιο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, μερικές σελίδες όμως αφιερωμένες στην πολιτική και στρατιωτική ιστορία της περιοχής θα συνεισέφεραν μάλλον θετικά στην όλη εικόνα του βιβλίου.
Η βιβλιογραφία, δυστυχώς, περιορίζεται σε τίτλους ρωσικών μελετών, ενώ είναι γνωστό ότι υπάρχουν αρκετά καλές μελέτες και επισκοπήσεις ερευνών και σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες (ενδεικτικά αναφέρουμε τα περιοδικά Ancient Civilizations from Scythia to Siberia και Il Mar Nero, καθώς και τη σειρά Colloquia Pontica. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου ξεκίνησε και η κυκλοφορία του περιοδικού Ancient West & East, καθώς και της σειράς Black Sea Studies). Οι εικόνες εντυπωσιάζουν με την ποικιλία τους και είναι πολύ καλής ποιότητας, αν και, περιέργως, απουσιάζουν στοιχεία σχετικά με την προέλευσή τους (πρβλ. και το ανάλογο σχόλιο του Solovyov). Παραπομπές και υποσημειώσεις πολύ σωστά δεν χρησιμοποιήθηκαν, αφού ο σκοπός του βιβλίου είναι να δώσει γενικές πληροφορίες και κατευθύνσεις και όχι να φορτώσει τον αναγνώστη με πληθώρα λεπτομερειών και εν τέλει να τον κουράσει.
Όσον αφορά στο κείμενο, ορισμένα θέματα χρήζουν σχολιασμού. Στη σελίδα 67, για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Σε αντίθεση με το Βόσπορο και την Ολβία, η Χερσόνησος κατάφερε να αντισταθεί και να επιβιώσει από τις βαρβαρικές επιδρομές του 3ου και των κατοπινών μεταχριστιανικών αιώνων». Ειδικά για την πόλη της Χερσονήσου, για την οποία και γίνεται λόγος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με έρευνες (D. Obolensky, στο Actes du XIIe Congrès Internationale d'Etudes Byzantines, Ochride, 10-16 Sept. 1961, τ. 1, Belgrade 1963, 45-61˙ A. Ajbabin, στο L'identité des populations archéologiques, XVIe Rencontres d'Archéologie et d'Histoire d'Antibes, Sophia Antipolis 1996, 28-34˙ A. Bortoli-Kazanski - M. Kazanski, Travaux et Mémoires 10 (1987), 455-464˙ M. Kazanski, Travaux et Mémoires 11 (1991), 494, 496-502˙ M. Kazanski - V. Soupault, στο Les sites archéologiques en Crimée et au Caucase durant l'Antiquité tardive et le haut Moyen-âge, Leiden 2000, 261-276), φαίνεται πως η αντίσταση αυτή απέναντι στους εισβολείς κατά τους πρώιμους μεσαιωνικούς χρόνους επιτεύχθηκε χάρη στους «βάρβαρους» συμμάχους της Αυτοκρατορίας που είχαν εγκατασταθεί τον 3ο αιώνα μ.Χ. στην ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, οι Ούννοι, στα τέλη του 4ου αι., δεν κατόρθωσαν να φτάσουν έως την πόλη της Χερσονήσου, επειδη αναχαιτίστηκαν από τους συμμαχικούς πληθυσμούς σαρματο-αλανικής, γερμανικής και σκανδιναβικής προέλευσης, στα ανατολικά και βορειοανατολικά της Χερσονήσου.
Παρακάτω, στη σελίδα 86, γράφει: «...Κύταιο...αν και μάλλον δεν διέθετε καλό λιμάνι». Το λιμάνι του οικισμού Κύταιον αναφέρεται από τον Πλίνιο (4.86-87), αλλά αρχαιολογικά, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Ανάλογη παρατήρηση μπορεί να γίνει και για τη σελίδα 88, όπου γράφει: «Την περίοδο αυτή άκμασε το Νύμφαιο˙ σ'αυτό συνετέλεσε το ευρύχωρο λιμάνι του». Η θέση του λιμανιού μόνο υποθετικά έχει προσδιοριστεί. Ο Στράβων (7.4.4) σημειώνει, ότι το Νύμφαιον διαθέτει καλό λιμάνι και μάλλον αυτήν την πληροφορία χρησιμοποίησε ο συγγραφέας του βιβλίου. Σύμφωνα με τον M. Agbunov (Vestnik Drevnej Istorii 1984:4, 124-126 και του ίδιου, Antichnaja Geografija Severnogo Prichernomor'ja, Moskva 1992, 215. Βλ. και O. Sokolova, στο Ancient Greek Colonies in the Black Sea, τ. 1, επιμ. D. Grammenos - E. Petropoulos, Θεσσαλονίκη 2003, 760, 764, καθώς και D. B. Belen'skij et al., στο S. L. Solov'ev, Arkheologicheskie pamjatniki sel'skoj okrugi i nekropolja Nimfeja, Sankt-Peterburg 2003, 173-174), ο κόλπος της περιοχής είτε δεν υφίστατο κατά την Αρχαιότητα, είτε ήταν κλειστός, δηλαδή λίμνη, ενώ υπήρχε ένας άλλος κόλπος, στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης. Ίσως εκεί βρισκόταν το λιμάνι για το οποίο κάνει λόγο ο Στράβων, αλλά έκτοτε η στάθμη της θάλασσας ανεβηκε σημαντικά (πάνω από 5 μέτρα) και εισχώρησε περίπου 200-250 μέτρα στην ξηρά, μετατοπίζοντας την ακτογραμμή και καλύπτωντας εντελώς το χώρο. Πράγματι, αρχαιολογικά ίχνη μαρτυρούν την ύπαρξη ενός λιμανιού στα νότια του οικισμού, αλλά μάλλον επρόκειτο για μικρό αγκυροβολι παρά για το κύριο λιμάνι (T. Scholl - V. Zin'ko (επιμ.), Archaeological Map of Nymphaion (Crimea), Warsaw 1999, 114). Η άποψη που κάνει λόγο για τη λίμνη Churubashkoe, η οποία πιθανότατα ήταν κόλπος στην Αρχαιότητα, μοιάζει πιο πιθανή, αλλά εκτός από κεραμικά ευρήματα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη λιμανιού εκεί (βλ. σχετικά Belen'skij et al., ό.π., 179-180 και Scholl - Zin'ko, ό.π.).
Στη σελίδα 89, οι οικισμοί Τυριτάκη και Dia - Dina ταυτίζονται, πουθενά ωστόσο στις γραπτές πηγές δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να οδηγεί σε μια τέτοια ταύτιση.
Στη σελίδα 228 (εικ. 106), διαβαζουμε: «Ορειχάλκινη κεφαλή της βασίλισσας Δυναμίας, εγγονής του Μιθριδάτη και μητέρας του Ασπούργου, 1ος αι. π.Χ.». Το όνομα της βασίλισσας ήταν Δύναμις, όχι Δυναμία και επομένως στη γενική πτώση γράφεται «της Δυνάμεως». Επιπλέον, η Δύναμις, κόρη του Φαρνάκη και εγγονή του Μιθριδάτη Ευπάτορα δεν ήταν μητέρα του Άσπουργου, αλλά σύζυγός του. Την άποψη ότι η Δύναμις ήταν μητέρα του εξέφρασε αρχικά ο M. Rostovtzev (Izvestija Tavricheskoj Uchenoj Arkhivnoj Komissii 54 (1918), 53. Το ίδιο πιστεύει και ο V. Zubar, Severnyj Pont i Rimskaja Imperija, Kiev 1998, 26), ο οποίος όμως σύντομα αναθεώρησε και έγραψε ότι ήταν σύζυγός του (Journal of Hellenic Studies 39 (1919), 103 (ιδίως τη σημ. 27), 104, 106 (με τη σημ. 35), 108 (με τη σημ. 42). Αυτήν την εντύπωση, άλλωστε, δίνουν και οι πηγές της εποχής.
Επιπλέον προς τις παραπάνω παρατηρήσεις, πρέπει να σημειωθούν και ορισμένα σφάλματα: στη σελιδα 11, το σωστό είναι «Ζώσιμος» αντί «Ζωσιμάς»˙ σελ. 62 και 72: «του Διόφαντου» αντί «του Διοφάντη»˙ σελ. 75: «Σπαρτοκιδών» αντί «Σπαρτακιδών». Στη σελ. 68 γράφει: «Ανάμεσά τους υπάρχουν και επιτύμβιες στήλες Ρωμαίων στρατιωτών (εικ. 67-68)». Στις εικ. 67 και 68, ωστόσο, απεικονίζονται ο Φιλοκράτης (πατρ. Φαρνακίων) και ο Σκύθας (πατρ. Θεαγένης), οι οποίοι κάθε άλλο παρά ρωμαίοι στρατιώτες ήταν. Στη σελ. 86, το σωστό είναι «Η Άκρα» αντί «Τα Άκρα». Το όνομα (η) Άκρα δηλώνεται ξεκάθαρα σε πολλές ελληνικές πηγές. Στη σελ. 79 διαβάζουμε: «τα θηλαστικά της στέπας...φασιανός». Ο φασιανός, προφανώς, είναι πτηνό και όχι θηλαστικό. Στη σελ. 81 πρέπει να γραφτεί «Αρδάβδα» ή «Αρτάβδα» αντί «Αρνταμπντά». Το τοπωνύμιο, ιρανικής προέλευσης, αναφέρεται μόνο σε ελληνικό κείμενο. Στη σελ. 85 να γραφτεί «Κυδεάκαι» αντί «Κιδεακά». Το τοπωνύμιο αναφέρεται στις πηγές (π.χ. Ανωνύμου, Περίπλους Ευξείνου, 132.30 εξ. (εκδ. Diller). Σύμφωνα με τη σελ. 85, ο Πτολεμαίος αναφέρει το Κύταιον, αυτό όμως δεν ευσταθεί. Στη σελ. 87 πρέπει να γραφτεί «Αισχίνης» αντί «Αισχύλος». Οι πληροφορίες προέρχονται από τον λόγο του Αισχίνη Κατά Κτησιφώντος, 171. Στην ίδια σελίδα, το σωστό είναι «Νύμφαιον» αντί «Νυμφαίον» (το ίδιο και στο Sokolova, ό.π., 764). Φαινομενικά, τα δυο ονόματα έχουν την ίδια σημασία και δηλώνουν τον τόπο των Νυμφών ή τη λατρεία των Νυμφών. Ωστόσο, όλες οι πηγές αναφέρουν τον τύπο «Νύμφαιον» για τον συγκεκριμένο οικισμό και έτσι πρέπει να γράφεται. Ακόμη ας διευκρινιστεί, ότι μια φράση στη σελ. 71 μπορεί να είναι παραπλανητική: «Εδώ, εκτός από τους οχυρωμένους οικισμούς (τύπου «Τσάικα»)». Καθώς το βιβλίο αναφέρεται σε ελληνικές αποικίες, είναι πιθανό ο αναγνώστης να εννοήσει πως τέτοιοι οικισμοί είναι αναμφίβολα ελληνικοί, όμως ο οικισμός Τσάικα (Chaika), όπως και οι περισσότεροι άλλωστε οχυρωμένοι οικισμοί στην Κριμαία, δεν ήταν ελληνικός, αλλά σκυθικός.
Ας σημειωθούν και ορισμένα από τα τυπογραφικά σφάλματα: σελ. 26: «αρχαιοελληνικών» αντί «αρχαιοελληνκών», 32: «αυξάνονταν» αντι «αύξαναν», 33: «κινείτο» αντί «κινούνταν», 34: «τον 3ο» αντί «το 3ο», 61: «1ο π.Χ.» αντί «1ο π,Χ,», 62: «κτήσεών της» αντί «κτίσεών της», 67: «κινείτο» αντί «κινούνταν», 69: «δρόμοι» αντί «δρόμο», 71: «Μοϊσέγιεφ» αντί «Μονισέγιεφ», 73: «στρέμματα και διέθετε» αντί «στρέμματα διέθετε», «κατοικίες» αντί «κατοικίας», 74: «του Κερτς» αντί «τους Κερτς», 81: «1-1,5 χλμ.» αντί «1-1,5 μ.», 84: «τέσσερεις» αντί «τέσσερες», «κατοικείτο» αντί «κατοικούνταν», «αποτελείτο» αντί «αποτελούνταν», 87: «νοτίως του» αντί «νοτίως ου». Επιπλέον, στη σελ. 27 γράφει: «Κρίβοροζ» και «Κριβορόζ» και στη σελ. 84 «Κυταίο» ενώ αλλού στο βιβλίο «Κύταιο». Τέλος, σημειώνονται ορισμένα μόνο από τα τυπογραφικά σφάλματα στη βιβλιογραφία: σελ. 135: «gosoudarstvach» αντί «gosoudearstvach», «Blavatzki» αντί «Blavatzzki», «Antičnii» αντί «Antični», «skifskich» αντί «skirskich», «Poushkina» αντί «Roushkina», 136: «prinadlejavshich» (αλλού χρησιμοποιείται ž αντί j), 137: «Scythica» αντί «Scutnica», 138: «Materialy» (αλλού χρσιμοποιείται i αντί y), «archeologiya» αντί «arxheologiya», 140: «Tavrika» αντί «Tarrika», 141: «Klery» αντί «Kleny», «antičnouyou» αντί «antičnouyau», 142: «političeskoi» αντί «političeskog», 143: «Sbornik» αντί «Sbotrnik», «Bosporskii» αντί «Bosporski» και για το Korpus bosporskich nadpisey πρέπει να προστεθεί το όνομα του επιμελητή του τόμου, V. V. Struve, καθώς και ο σωστός τόπος έκδοσης: Μόσχα - Λένινγκραντ. Καλό θα ήταν να ακολουθηθεί ένα ενιαίο σύστημα μεταγραφής των κυριλλικών χαρακτήρων.
Γενικά, πρόκειται για μια καλή προσπάθεια συγγραφής ενός εγχειριδίου για τον αρχαιοελληνικό αποικισμό στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Παρέχει πλήθος πληροφοριών με ιδιαίτερα εύληπτο τρόπο. Μια δεύτερη έκδοση, λίγο περισσότερο φροντισμένη και εμπλουτισμένη με βιβλιογραφία σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες (αφού το βιβλίο απευθύνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό), θα μπορούσε να αποτελέσει έναν καλό οδηγό για όποιον θέλει να ξεκινήσει να μελετά την περιοχή κατά την Αρχαιότητα ή απλώς να αποκτήσει γενικές γνώσεις γι'αυτήν.

Π. Χ.